ἀναδεδειγμένον
ἀναδέδειχα
ἀναδείκνυμι, ἀναδεικνύω
  • Present
  • Imperfect
  • Future
  • ἀναδειχθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
  • ἀναδείξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • Aorist
  • ἀναδείξας
    • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • ἀναδειχθέντι Verb: Aor Pass Part Dat Sing Masc
  • ἀναδεῖξαι Verb: Aor Act Infin
  • ἀνάδειξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • ἀνεδείχθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • ἀνέδειξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • ἀνέδειξας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • ἀνέδειξε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἀνέδειξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • ἀναδεδειγμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
  • ἀναδέδειχα Verb: Perf Act Ind 1st Sing
ἀναδεῖξαι
ἀναδείξας
ἀναδείξει
ἀναδείξεως
ἀνάδειξιν
ἀνάδειξις
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνάδειξιςἀναδείξεις
GENἀναδείξεωςἀναδείξεων
DATἀναδείξειἀναδείξεσι(ν)
ACCἀνάδειξινἀναδείξεις
ἀνάδειξον
ἀναδειχθέντι
ἀναδειχθήσῃ
ἀναδενδράδα
ἀναδενδράδες
ἀναδενδράς
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: tree vine, a vine that grows up trees
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀναδενδράςἀναδενδράδες
GENἀναδενδράδοςἀναδενδράδων
DATἀναδενδράδιἀναδενδράσι
ACCἀναδενδράδαἀναδενδράδας
ἀναδεξάμενος
ἀναδέχεται
ἀναδέχομαι
ἀναδέω
ἀναδησάμενον
ἀναδίδωμι
ἀναδίδωσιν
ἀναδόντες
ἀναδούς
ἀναδραμών
ἀναδράμωσιν
ἀνάδυσις
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνάδυσιςἀναδύσεις
GENἀναδύσεωςἀναδύσεων
DATἀναδύσειἀναδύσεσι(ν)
ACCἀνάδυσι(ν)ἀναδύσεις
ἀναδώσει