ἄνω
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • high above, above, high, up
    • upward
    • toward higher ground
    • upper, higher
    • upon the top, brim, completely
  • Forms:
    • ἀνωτέρω Adverb Compar.
ἀνῶ
ἀνώγεον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: upper room, above ground, second floor
ἄνωθεν
ἀνῳκοδόμησαν
ἀνῳκοδόμησεν
ἀνώμβρησαν
ἀνώμβρησεν
ἀνῶμεν
ἀνώνυμος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνώνυμοςἀνώνυμον
GENἀνωνύμου
DATἀνωνύμῳ
ACCἀνώνυμον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνώνυμοιἀνώνυμα
GENἀνωνύμων
DATἀνωνύμοις
ACCἀνωνύμουςἀνώνυμα
ἀνωνύμων
ἀνωρθώθη
ἀνωρθώθημεν
ἀνωρθώθησαν
ἀνωρθωμένος
ἀνώρθωσεν
ἀνώτατα
ἀνώτατος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνώτατοςἀνωτάτηἀνώτατον
GENἀνωτάτουἀνωτάτηςἀνωτάτου
DATἀνωτάτῳἀνωτάτῃἀνωτάτῳ
ACCἀνώτατονἀνωτάτηνἀνώτατον
VOCἀνώτατεἀνωτάτηἀνώτατε
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνώτατοιἀνώταταιἀνώτατα
GENἀνωτάτωνἀνωτάτωνἀνωτάτων
DATἀνωτάτοιςἀνωτάταιςἀνωτάτοις
ACCἀνωτάτουςἀνωτάταςἀνώτατα
VOCἀνώτατοιἀνώταταιἀνώτατα
ἀνωτέραν
ἀνωτέρας
ἀνωτερικά
ἀνωτερικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: upper, superior
  • Forms:
    • ἀνωτερικά Adj: Acc Plur Neut
ἀνώτερον
ἀνώτερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • higher, upper
    • beyond, farther, further
    • above, earlier, (i.e., something mentioned previously)
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνώτεροςἀνωτέραἀνώτερον
GENἀνωτέρουἀνωτέραςἀνωτέρου
DATἀνωτέρῳἀνωτέρᾳἀνωτέρῳ
ACCἀνώτερονἀνωτέρανἀνώτερον
VOCἀνώτερεἀνωτέραἀνώτερε
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνώτεροιἀνώτεραιἀνώτερα
GENἀνωτέρωνἀνωτέρωνἀνωτέρων
DATἀνωτέροιςἀνωτέραιςἀνωτέροις
ACCἀνωτέρουςἀνωτέραςἀνώτερα
VOCἀνώτεροιἀνώτεραιἀνώτερα
ἀνωτέρω
  • Parse: Adverb Compar.
  • Root: ἄνω
ἀνωφελεῖς
ἀνωφελές
ἀνωφελέσιν
ἀνωφελῆ
ἀνωφελής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • worthless, unprofitable, useless, without function, profitless
    • harmful
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνωφελήςἀνωφελές
GENἀνωφελοῦς
DATἀνωφελεῖ
ACCἀνωφελῆἀνωφελές
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνωφελεῖςἀνωφελῆ
GENἀνωφελῶν
DATἀνωφελέσι(ν)
ACCἀνωφελεῖςἀνωφελῆ
ἀνωφελοῦς