ἀναρίθμητα
ἀναρίθμητοι
ἀναριθμήτοις
ἀναρίθμητον
ἀναρίθμητος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀναρίθμητοςἀναρίθμητον
GENἀναριθμήτου
DATἀναριθμήτῳ
ACCἀναρίθμητον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀναρίθμητοιἀναρίθμητα
GENἀναριθμήτων
DATἀναριθμήτοις
ACCἀναριθμήτουςἀναρίθμητα
ἀναριθμήτους
ἀναρπάζω
ἀναῤῥήγνυμι
ἀναῤῥήξεις, ἀναρρήξεις
ἄναρχος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: without beginning
  • Cognates: πρώταρχος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἄναρχοςἄναρχον
GENἀνάρχου
DATἀνάρχῳ
ACCἄναρχον
Plural
 MascFemNeut
NOMἄναρχοιἄναρχα
GENἀνάρχων
DATἀνάρχοις
ACCἀνάρχουςἄναρχα
ἀνάρχῳ