ἀνθ᾿
ἀνθαιρεῖσθε
ἀνθαιρέω
ἀνθειστήκει
ἀνθείτω
  • Parse: Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
  • Root: ἀνθέω
ἀνθέμιον
ἀνθέξεται
ἄνθεσιν
ἀνθέστηκας
ἀνθεστήκασιν
ἀνθέστηκε
ἀνθέστηκεν
ἀνθεστηκότα
ἀνθεστηκότας
ἀνθεστηκότες
ἀνθεστηκότων
ἀνθεστηκώς
ἀνθέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to bloom, flourish, blossom; to flower
  • Cognates: ἀνθέω, ἐξανθέω, ἐπανθέω,
  • Forms:
    • ἀνθοῦσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • ἀνθείτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
    • ἀνθήσαι Verb: Aor Act Infin
    • ἀνθῆσαν Verb: Aor Act Part Nom Sing Neut
    • ἀνθήσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • ἀνθήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • ἀνθήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἤνθηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
    • ἤνθησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • ἤνθησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ἄνθη
ἀνθηρός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: splendid, brilliant
ἀνθήσαι
ἀνθῆσαν
  • Parse: Verb: Aor Act Part Nom Sing Neut
  • Root: ἀνθέω
ἀνθήσατε
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • Root: ἀνθέω
ἀνθήσει
ἀνθήσῃ
ἄνθινον
ἄνθινος
  • Parse: Adj: Nom Sing Neut
  • Meaning: like flowers, of flowers
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἄνθινοςἀνθίνηἄνθινον
GENἀνθίνουἀνθίνηςἀνθίνου
DATἀνθίνῳἀνθίνῃἀνθίνῳ
ACCἄνθινονἀνθίνηνἄνθινον
VOCἄνθινεἀνθίνηἄνθινε
Plural
 MascFemNeut
NOMἄνθινοιἄνθιναιἄνθινα
GENἀνθίνωνἀνθίνωνἀνθίνων
DATἀνθίνοιςἀνθίναιςἀνθίνοις
ACCἀνθίνουςἀνθίναςἄνθινα
VOCἄνθινοιἄνθιναιἄνθινα
ἀνθίστανται
ἀνθίστασθαι
ἀνθίστατο
ἀνθίστημι
  • Present
  • ἀντιστῶμεν Verb: Pres Act Subj 1st Plur
  • ἀντίσταθῶσιν Verb: Pres Pass Subj 3rd Plur
  • ἀνθίστανται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • ἀνθίστασθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
  • Imperfect
  • ἀνθίστατο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
  • Future
  • ἀντιστήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • ἀντιστήσονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • ἀντισταθῆτε Verb: Aor Pass Ind/Subj 2nd Plur
  • ἀντίστηθι Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • ἀντίστα Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
  • ἀντέστη Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • ἀντέστην Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
  • ἀντέστης Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • ἀντέστησαν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • ἀντιστάντας Verb: Aor Act Part Acc Plur Masc
  • ἀντιστάς Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • ἀντιστῆναι Verb: 2Aor Act Infin
  • ἀντιστήσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • ἀντίστητε Verb: 2Aor Act Imperative 2nd, Plur
  • ἀντιστήτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • ἀντιστῶσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Perfect
  • ἀνθειστήκει Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • ἀνθέστηκας Verb: Perf Act Ind 2nd Sing
  • ἀνθεστήκασιν Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
  • ἀνθέστηκε Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • ἀνθέστηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • ἀνθεστηκότα Verb: Perf Act Part Acc Sing Masc
  • ἀνθεστηκότας Verb: Perf Act Part Acc Plur Masc
  • ἀνθεστηκότες Verb: Perf Act Part . Nom Plur Masc
  • ἀνθεστηκότων Verb: Perf Act Part Gen Plur Masc
  • ἀνθεστηκώς Verb: Perf Act Part Nom Sing Masc
ἀνθομολογέομαι
ἀνθομολογέω
ἀνθομολογήσει
ἀνθομολόγησιν
ἀνθομολόγησις
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνθομολόγησιςἀνθομολογήσεις
GENἀνθομολογήεωςἀνθομολογήσεων
DATἀνθομολογήσειἀνθομολογήσεσι(ν)
ACCἀνθομολόγησινἀνθομολογήσεις
ἀνθομολογησόμεθα
ἀνθομολογοῦμαι
ἀνθομολογούμενος
ἄνθος
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • a blossom, flower
    • a shoot
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMἄνθοςἄνθη
GENἄνθουςἀνθῶν
DAT ἄνθεσι(ν)
ACCἄνθοςἄνθη
ἄνθους
ἀνθοῦσα
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
  • Root: ἄνθέω
ἄνθρακα
ἄνθρακας
ἄνθρακες
ἄνθρακι
ἀνθρακιά
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: hot embers, a bed of burning coals, fire of coals, burning charcoal
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνθρακιά 
GENἀνθρακιᾶς 
DAT  
ACCἀνθρακιάν 
ἀνθρακιάν
ἀνθρακιᾶς
ἀνθράκινον
ἀνθράκινος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: of carbuncle; bright red gem such as a garnet
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθράκινοςἀνθράκινον
GENἀνθρακίνου
DATἀνθρακίνῳ
ACCἀνθράκινον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθράκινοιἀνθράκινα
GENἀνθρακίνων
DATἀνθρακίνοις
ACCἀνθρακίνουςἀνθράκινα
ἄνθρακος
ἀνθράκων
ἄνθραξ
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • charcoal, coal, ember, live coal, coal of fire
    • ruby, garnet, carbuncle, bdellium, any red gem
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἄνθραξἄνθρακες
GENἄνθρακοςἀνθράκων
DATἄνθρακιἄνθραξιν
ACCἄνθρακαἄνθρακας
ἄνθραξιν
ἀνθρωπαρεσκέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be a man-pleaser, court the favour of men
  • Forms:
    • ἀνθρωπαρεσκῆσαι Verb: Aor Act Infin
ἀνθρωπαρεσκῆσαι
ἀνθρωπάρεσκοι
ἀνθρωπαρέσκοις
ἀνθρωπάρεσκον
ἀνθρωπάρεσκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival: fawning, flattering
    • Substantival: a man-pleaser, flatterer, sycophant, "yes man"
  • Cognates: ἄρεσκος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθρωπάρεσκοςἀνθρωπάρεσκον
GENἀνθρωπαρέσκου
DATἀνθρωπαρέσκῳ
ACCἀνθρωπάρεσκον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθρωπάρεσκοιἀνθρωπάρεσκα
GENἀνθρωπαρέσκων
DATἀνθρωπαρέσκοις
ACCἀνθρωπαρέσκουςἀνθρωπάρεσκα
ἀνθρωπαρέσκων
ἄνθρωπε
ἀνθρώπινα
ἀνθρωπίνη
ἀνθρωπίνῃ
ἀνθρωπίνην
ἀνθρωπίνης
ἀνθρώπινοι
ἀνθρώπινον
ἀνθρώπινος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • human, common to man, man, mankind, after the manner of men
    • humane
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθρώπινοςἀνθρωπίνηἀνθρώπινον
GENἀνθρωπίνουἀνθρωπίνηςἀνθρωπίνου
DATἀνθρωπίνῳἀνθρωπίνῃἀνθρωπίνῳ
ACCἀνθρώπινονἀνθρωπίνηνἀνθρώπινον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθρώπινοιἀνθρώπιναιἀνθρώπινα
GENἀνθρωπίνων
DATἀνθρωπίνοιςἀνθρωπίναιςἀνθρωπίνοις
ACCἀνθρωπίνουςἀνθρωπίναςἀνθρώπινα
ἀνθρωπίνου
ἀνθρωπίνους
ἀνθρωπίνῳ
ἀνθρωπίνων
ἀνθρωπίνως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: as a man, in a human form
ἄνθρωποι
ἀνθρώποις
ἀνθρωποκτόνος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθρωποκτόνοςἀνθρωποκτόνον
GENἀνθρωποκτόνου
DATἀνθρωποκτόνῳ
ACCἀνθρωποκτόνον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθρωποκτόνοιἀνθρωποκτόνα
GENἀνθρωποκτόνων
DATἀνθρωποκτόνοις
ACCἀνθρωποκτόνουςἀνθρωποκτόνα
ἀνθρωπόμορφος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: in human form
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθρωπόμορφοςἀνθρωπόμορφον
GENἀνθρωπομόρφου
DATἀνθρωπομόρφῳ
ACCἀνθρωπόμορφον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθρωπόμορφοιἀνθρωπόμορφα
GENἀνθρωπομόρφων
DATἀνθρωπομόρφοις
ACCἀνθρωπομόρφουςἀνθρωπόμορφα
ἀνθρωπομόρφων
ἄνθρωπον
ἀνθρωποποιέω
ἀνθρωποποίητον
ἀνθρωποποίητος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: man-made
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀνθρωποποίητοςἀνθρωποποίητον
GENἀνθρωποποιήτου
DATἀνθρωποποιήτῳ
ACCἀνθρωποποίητον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀνθρωποποίητοιἀνθρωποποίητα
GENἀνθρωποποιήτων
DATἀνθρωποποιήτοις
ACCἀνθρωποποιήτουςἀνθρωποποίητα
ἄνθρωπος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a person, man, a human being
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἄνθρωποςἄνθρωποι
GENἀνθρώπουἀνθρώπων
DATἀνθρώπῳἀνθρώποις
ACCἄνθρωπονἀνθρώπους
VOCἄνθρωπεἄνθρωποι
  • Abbreviation
  • ­̅α̅ν̅ο̅υ̅ς̅ Noun: Acc Plur Masc abbreviation for ἀνθρώπους
  • ­̅α̅ν̅ο̅ι̅ Noun: Nom Plur Masc abbreviation for ἄνθρωποι
ἀνθρωπότης
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: abstract humanity
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀνθρωπότης 
GENἀνθρωπότητος 
DAT  
ACC  
ἀνθρωπότητος
ἀνθρώπου
ἀνθρώπους
ἀνθρώπῳ
ἀνθρώπων
ἀνθυπατεύοντος
ἀνθυπατεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be the deputy, act as proconsul
  • Forms:
    • ἀνθυπατεύοντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Masc
ἀνθύπατοι
ἀνθύπατον
ἀνθύπατος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: deputy, Roman proconsul
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMἀνθύπατοςἀνθύπατοι
GENἀνθυπάτου 
DATἀνθυπάτῳ 
ACCἀνθύπατον 
ἀνθυπάτου
ἀνθυπάτῳ
ἀνθυφαιρεθήσεται
ἀνθυφαιρέω
ἀνθωμολογεῖτο
ἀνθωμολογήσατο