ἀποταξάμενος
ἀποταξαμένους
ἀποτάξασθαι
ἀποταξώμεθα
ἀποτάσσεται
ἀποτάσσομαι
ἀποτάσσω
ἀποτεθειμένων
ἀποτείνω
ἀποτείσαι
ἀποτεισάτω
ἀποτείσει
ἀποτείσεις
ἀποτείσῃ
ἀποτείσῃς
ἀποτείσουσιν
ἀποτείσω
ἀποτείσων
ἀποτελεῖ
ἀποτελεσθεῖσα
ἀποτελεσθῆναι
ἀποτελέσω
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
  • Root: ἀποτελέω
ἀποτελέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to produce, render, perform
      • to bring to an end, finish, complete, consummate
    • Passive:
      • to cause to come true (e.g., a dream)
      • to cause to acquire the (desirable) quality of
  • Cognates: ἀποτελέω, διατελέω, ἐκτελέω, ἐντελέω, ἐπιτελέω, συντελέω, τελέω
  • Forms:
    • ἀποτελέσω
      • Verb: Aor Act Subj 1st Sing
      • Verb: Fut Act Ind 1st Sing
      • Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
    • ἀποτελεσθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • ἀπετελέσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • ἀποτελεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ἀποτελῶ Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • ἀποτελεσθεῖσα Verb: Aor Pass Part Nom Sing Fem
ἀποτελῶ
ἀπότεμε
ἀποτεμνομένας
ἀποτέμνω
ἀποτεμόντας
ἀποτενεῖτε
ἀποτεταγμένοις
ἀποτεταγμένου
ἀποτετίνακται
ἀποτεχθέντες
ἀποτηγανίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to broil, cook, fry
    • to eat off the gridiron, eat broiled
  • Cognates: τηγανίζω
  • Forms:
    • ἀπετηγάνισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
ἀποτίθεται
ἀποτίθημι
ἀποτίκτει
ἀποτίκτω
ἀποτίναγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • coarse and broken part of flax prepared for spinning
    • tow, cord, loose strand of fibre
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMἀποτίναγμαἀποτινάγματα
GENἀποτινάγματοςἀποτιναγμάτων
DATἀποτινάγματιἀποτινάγμασι(ν)
ACCἀποτίναγμαἀποτινάγματα
ἀποτινάγματος
ἀποτινάξας
ἀποτινάξατε
ἀποτινάξομαι
ἀποτινάσσετε
ἀποτινάσσω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to shake off, cast off
      • to stop concerning oneself about
    • Middle:
      • to shake oneself
  • Cognates: ἀποτινάσσω, ἐκτινάσσω, ἐντινάσσω
  • Forms:
    • ἀποτινάσσετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • ἀποτινάξας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • ἀποτινάξατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • ἀπετίναξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἀποτετίνακται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
    • ἀποτινάξομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
ἀποτιννύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to pay for (something), repay, pay compensation for
  • Forms:
    • ἀποτιννύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ἀπετίννυον Verb: Imp Act Ind 1st Sing
ἀποτιννύων
ἀποτίνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to repay, make compensation, pay in full, pay back, pay for, atone for, resolve
    • to give as compensation for damage
    • to give what is due
    • to make (someone) pay for, punish for
  • Cognates: ἀνταποτίνω, ἀποτίνω, ἐκτίνω, τίνω
  • Forms:
    • ἀποτίσαι Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
    • ἀποτείσαι Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
    • ἀποτισάτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
    • ἀποτεισάτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
    • ἀποτείσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • ἀποτίσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • ἀποτείσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • ἀποτίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἀποτείσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἀποτείσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • ἀποτείσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • ἀποτείσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • ἀποτείσων Verb: Fut Act Part Nom Sing Masc
    • ἀποτίσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
ἀποτίσαι
ἀποτισάτω
ἀποτίσει
ἀποτίσῃς
ἀποτίσω
ἀποτολμᾷ
ἀποτολμάω
ἀποτομάς
ἀποτομή
ἀποτομία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: severity, decisiveness, rigor
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀποτομίαἀποτομίαι
GENἀποτομίαςἀποτομιῶν
DATἀποτομίᾳἀποτομίαις
ACCἀποτομίανἀποτομίας
ἀποτομίαν
ἀπότομοι
ἀπότομον
ἀπότομος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπότομοςἀπότομον
GENἀποτόμου
DATἀποτόμῳ
ACCἀπότομον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπότομοιἀπότομα
GENἀποτόμων
DATἀποτόμοις
ACCἀποτόμουςἀπότομα
ἀποτόμῳ
ἀποτόμως
ἀποτραπέντες
ἀποτρέπει
ἀποτρέπου
ἀποτρέπω
ἀπότρεχε
ἀποτρέχει
ἀποτρέχειν
ἀποτρέχεις
ἀποτρέχετε
ἀποτρεχέτω
ἀποτρέχητε
ἀποτρέχομεν
ἀποτρέχοντες
ἀποτρέχουσιν
ἀποτρέχω
ἀποτρίβω
ἀπότριψαι
ἀποτρίψεται
ἀποτροπιάζεσθαι
ἀποτροπιάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to utter a deprecatory prayer for
    • Middle:
      • to avert evil by
      • to offer (a sacrifice to avert evil)
  • Forms:
    • ἀποτροπιάζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
ἀποτρυγάω
ἀποτυγχάνει
ἀποτυγχάνω
ἀποτυμπανίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to kill in cruel way, cudgel to death, bastinado, terminate (someone's) life by torture
  • Cognates: τυμπανίζω
  • Forms:
    • ἀπετυμπανίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • ἀποτυμπανισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
ἀποτυμπανισθήσεται
ἀποτυφλοῖ
ἀποτυφλοῦται
ἀποτυφλόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to blind, cause the loss of the ability to see
      • to make blind
    • Passive:
      • to be blinded (esp. because of disease)
  • Cognates: ἀποτυφλόω, ἐκτυφλόω, τυφλόω
  • Forms:
    • ἀποτυφλοῦται Verb: Pres Mid/Pass ind 3rd Sing
    • ἀποτυφλοῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ἀπετύφλωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἀποτυφλωθῆναι Verb: Aor Pass Infin
ἀποτυφλωθῆναι
ἀποτυφλώσει
ἀποτύφλωσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: blindness, making blind
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀποτύφλωσιςἀποτυφλώσεις
GENἀποτυφλώσεωςἀποτυφλώσεων
DATἀποτυφλώσειἀποτυφλώσεσι(ν)
ACCἀποτύφλωσι(ν)ἀποτυφλώσεις
ἀποτύχῃ
ἀποτυχόντες