ἄπρακτον
ἄπρακτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • disabling
    • unsuccessful, unable to reach the goal, frustrated
    • powerless, inability to reach anything
    • not done, left undone
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἄπρακτοςἄπρακτον
GENἀπράκτου
DATἀπράκτῳ
ACCἄπρακτον
Plural
 MascFemNeut
NOMἄπρακτοιἄπρακτα
GENἀπράκτων
DATἀπράκτοις
ACCἀπράκτουςἄπρακτα
ἀπρεπεῖς
ἀπρεπές
ἀπρεπής
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπρεπήςἀπρεπές
GENἀπρεποῦς
DATἀπρεπεῖ
ACCἀπρεπῆἀπρεπές
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπρεπεῖςἀπρεπῆ
GENἀπρεπῶν
DATἀπρεπέσι
ACCἀπρεπεῖςἀπρεπῆ
ἀπρονοήτως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: thoughtlessly, unpremeditatedly, unpreparedly, rashly
ἀπρόπτωτος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπρόπτωτοςἀπρόπτωτον
GENἀπροπτώτου
DATἀπροπτώτῳ
ACCἀπρόπτωτον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπρόπτωτοιἀπρόπτωτα
GENἀπροπτώτων
DATἀπροπτώτοις
ACCἀπροπτώτουςἀπρόπτωτα
ἀπροπτώτῳ
ἀπροσδεεῖ
ἀπροσδεεῖς
ἀπροσδεής
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπροσδεήςἀπροσδεές
GENἀπροσδεοῦς
DATἀπροσδεεῖ
ACCἀπροσδεῆἀπροσδεές
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπροσδεεῖςἀπροσδεῆ
GENἀπροσδεῶν
DATἀπροσδεέσι
ACCἀπροσδεεῖςἀπροσδεῆ
ἀπροσδόκητον
ἀπροσδόκητος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: unexpected, unlooked for, surprising, unanticipated
  • Cognates: ἀδόκητος
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπροσδόκητοςἀπροσδόκητον
GENἀπροσδοκήτου
DATἀπροσδοκήτῳ
ACCἀπροσδόκητον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπροσδόκητοιἀπροσδόκητα
GENἀπροσδοκήτων
DATἀπροσδοκήτοις
ACCἀπροσδοκήτουςἀπροσδόκητα
ἀπροσδοκήτων
ἀπροσδοκήτως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: unexpectedly, suddenly, without being noticed
ἀπρόσιτον
ἀπρόσιτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • inaccessible, unapproachable
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπρόσιτοςἀπρόσιτον
GENἀπροσίτου
DATἀπροσίτῳ
ACCἀπρόσιτον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπρόσιτοιἀπρόσιτα
GENἀπροσίτων
DATἀπροσίτοις
ACCἀπροσίτουςἀπρόσιτα
ἀπρόσκοποι
ἀπρόσκοπον
ἀπρόσκοπος
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπρόσκοποςἀπρόσκοπον
GENἀπροσκόπου
DATἀπροσκόπῳ
ACCἀπρόσκοπον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπρόσκοποιἀπρόσκοπα
GENἀπροσκόπων
DATἀπροσκόποις
ACCἀπροσκόπουςἀπρόσκοπα
ἀπροσκόπους
ἀπροσκόπῳ
ἀπροσκόπως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: without stumbling, without disturbance, blamelessly
ἀπροσωπολήμπτως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: impartially
ἀπροσωπόληπτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: not respecting persons; impartial
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMἀπροσωπόληπτοςἀπροσωπόληπτον
GENἀπροσωπολήπτου
DATἀπροσωπολήπτῳ
ACCἀπροσωπόληπτον
Plural
 MascFemNeut
NOMἀπροσωπόληπτοιἀπροσωπόληπτα
GENἀπροσωπολήπτων
DATἀπροσωπολήπτοις
ACCἀπροσωπολήπτουςἀπροσωπόληπτα
ἀπροσωπολήπτως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: without respect of persons