ἄγαν
  • Parse: Adverb
  • Meaning: very much, too much, to a great degree
  • Concord: 3Macc 4:11
  • Note: Also compare λίαν, σφόδρα
ἀγανακτεῖν
ἀγανακτέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be aroused, indignant, angry, greatly afflicted, very displeased, vexed
    • to stir oneself violently
    • to show indignation, rage, be incensed, be violently displeased
  • Forms:
    • ἀγανακτεῖν Verb: Pres Act Infin
    • ἀγανακτήσαντες Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἀγανακτήσασα Verb: Aor Act Part Nom Sing Fem
    • ἀγανακτήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἀγανακτοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • ἀγανακτῶμεν Verb: Pres Act Subj 1st Plur
    • ἀγανακτῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • ἠγανάκτουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
ἀγανακτήσαντες
ἀγανακτήσασα
ἀγανακτήσει
ἀγανάκτησιν
ἀγανάκτησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: indignation
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMἀγανάκτησιςἀγανακτήσεις
GENἀγανακτήεωςἀγανακτήσεων
DATἀγανακτήσειἀγανακτήσεσι(ν)
ACCἀγανάκτησινἀγανακτήσεις
ἀγανακτοῦντες
ἀγανακτῶμεν
ἀγανακτῶν