ἄγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: fragment
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMἄγμαἄγματα
GENἄγματοςἀγμάτων
DATἄγματιἄγμασι(ν)
ACCἄγμαἄγματα