ἐξεναντίας
ἐξεναντίος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: out of the opposite, in opposition, from opposition
  • Forms:
Singular
 MasculineFeminineNeuter
NOMἐξεναντίοςἐξεναντίαἐξεναντίον
GENἐξεναντίουἐξεναντίαςἐξεναντίου
DATἐξεναντίῳἐξεναντίᾳἐξεναντίῳ
ACCἐξεναντίονἐξεναντίανἐξεναντίον
VOCἐξεναντίεἐξεναντίαἐξεναντίε
Plural
 MasculineFeminineNeuter
NOMἐξεναντίοιἐξεναντίαιἐξεναντία
GENἐξεναντίωνἐξεναντίωνἐξεναντίων
DATἐξεναντίοιςἐξεναντίαιςἐξεναντίοις
ACCἐξεναντίουςἐξεναντίαςἐξεναντία
VOCἐξεναντίοιἐξεναντίαιἐξεναντία
ἐξενέγκαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: ἐκφέρω
ἐξενέγκαντες
ἐξενέγκας
ἐξενέγκασα
ἐξενέγκατε
ἐξένεγκε
ἐξενεγκεῖν
ἐξένευσε(ν)
ἐξενεχθέντα
ἐξενεχθῆναι
ἐξενεχθήσεσθε
ἐξένηψε(ν)
ἐξένισε(ν)
ἐξενοδόχησε(ν)
ἐξενολόγει
ἐξενολόγησα
ἐξενολόγησε(ν)
ἐξενοτρόφει