ἐξέταζε
ἐξετάζει
ἐξετάζεις
ἐξετάζετε
ἐξεταζόμενος
ἐξετάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to scrutinize, examine well, inquire, investigate
    • to question, examine (someone)
  • Cognates: ἀνετάζω, ἐξετάζω, ἐτάζω
  • Forms:
    • ἐξητάσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • ἐξετάζεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • ἐξετάσαι Verb: Aor Act Infin
    • ἐξετάσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • ἐξετάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • ἐξετάσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • ἐξεταστέον Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐξετάσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • ἐξέταζε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • ἐξετάζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • ἐξετάζετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • ἐξεταζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • ἐξήτασας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • ἐξήτασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • ἐξετασθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
ἐξετάθη
ἐξετάθησαν
ἐξετάραξαν
ἐξετάσαι
ἐξετάσατε
ἐξετάσει
ἐξετάσεως
ἐξετάσῃς
ἐξετασθήσεται
ἐξέτασις
Feminine
 SingularPlural
NOMἐξέτασιςἐξετάσεις
GENἐξετάσεωςἐξετάσεων
DATἐξετάσειἐξετάσεσι(ν)
ACCἐξέτασι(ν)ἐξετάσεις
ἐξετασμοί
ἐξετασμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • examination, inquiry, searching, trial
    • investigation
  • Cognates: ἐξετασμός, ἐτασμός
  • Forms:
    • ἐξετασμοί Noun: Nom Plur Masc
    • ἐξετασμῷ Noun: Dat Sing Masc
ἐξετασμῷ
ἐξεταστέον
ἐξετάσωσιν
ἕξετε
  • Parse: Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • Root: ἔχω
ἐξετέθη
ἐξέτεινα
ἐξέτειναν
ἐξέτεινας
ἐξετείνατε
ἐξέτεινε
ἐξέτεινεν
ἐξετείνετε
ἐξέτεινον
ἐξετέλεσεν
ἐξέτεμε
ἐξέτεμεν
ἐξετηκόμην
ἐξέτηξα
ἐξέτηξας
ἐξέτηξεν
ἐξετίθετο
ἐξέτιλεν
ἐξετίλη
ἐξέτιλλε
ἐξετίναξα
ἐξετίναξαν
ἐξετίναξε
ἐξετίναξεν
ἐξετινάχθην
ἐξετόπησεν
ἐξετόπιζον
ἐξετράπησαν
ἐξέτρεφον
ἐξετρίβησαν
ἐξέτριψα
ἐξέτριψαν
ἐξέτριψας
ἐξέτριψεν
ἐξετυφλοῦντο
ἐξετύφλωσεν