προέβαλε, προέβαλεν
προέβαλλε, προέβαλλεν
προεβάλου
προέβην
  • Parse:
    • Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: προβαίνω
προεβίβασαν
προέβλεπε, προέβλεπεν
προέγνω
προεγνωσμένου
προεγνώσθη
προεγράφη
προέγραψα
προεδημιούργησα
προέδραμε, προέδραμεν
προέδωκαν
προέδωκε, προέδωκεν
προεθέμην
προέθεντο
προέθεσαν
προέθετο
προεθήκαμεν
προέθηκε, προέθηκεν
προεθυμεῖτο
προεθυμήθην
προεθυμήθησαν
προεῖδες
προεῖδον
προειδότα
  • Parse:
    • Part: Perf Act Nom/Acc Plur Neut
    • Part: Perf Act Acc Sing Masc
  • Root: πρόοιδα
προειδυίας
προείδω
  • Meaning: to foresee, saw before; foresee
  • Forms:
    • προϊδοῦσα Part: 2Aor Act Nom Sing Fem
    • προϊδών Part: 2Aor Act Nom Sing Masc
προείλαντο
προείλατο
προεῖλε, προεῖλεν
προείλετο
προειλόμην
προείλω
πρόειμι
  • Meaning: (based on εἰμί and infinitive: εἶναι)
    • to be preexistent
    • to exist before, already exist
  • ----------
  • Meaning: (based on εἶμι and infinitive ἰέναι)
    • to go forward, advance
  • Forms:
    • προϊούσης Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
    • πρόῃ Verb: Pres Mid/Pass Subj 2nd Sing
    • προόν Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
προείπαμεν
προεῖπε, προεῖπεν
προείπῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Mid/Pass Subj 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • Root: προλέγω
προείπομεν
προεῖπον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: προλέγω
προειπόντες
προειπών
προείρηκα
προειρήκαμεν
προείρηκεν
προειρηκέναι
προειρημένα
προειρημέναι
προειρημένας
προειρημένης
προειρημένῃ
προειρημένοις
προειρημένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc/Neut
  • Root: προλέγω
προειρημένος
προειρημένου
προειρημένους
προειρημένῳ
προειρημένων
προείρηται
προεισβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw into
  • Note: Like εἰσβάλλω
προεκάθητο
προεκβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw out
  • Note: Like ἐκβάλλω
προέκοπτε, προέκοπτεν
προέκοπτον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προκόπτω
προέκοψε, προέκοψεν
προέκρινα
προεκτεθείσαις
προεκτίθεμαι
  • Meaning: to set forth before
  • Forms:
    • προεκτεθείσαις Part: Aor Pass Dat Plur Fem
προεκφέρω
  • Meaning: to put forth first, put out before, put out forward
  • Forms:
    • προεξήνεγκε(ν) Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
προέλαβε, προέλαβεν
προέλαβον
προελέγομεν
προελέσθαι
προελεύσεται
προελθεῖν
προελθέτω
προελθόντα
προελθόντας
προελθόντες
προελθόντων
  • Parse:
    • Part: Aor Act Gen Plur Masc/Neut
    • Verb: Aor Act Imperative 3rd Plur
  • Root: προέρχομαι
προελθών
προέλθωσιν
προελοῦσα
προελπίζω
  • Meaning:
    • to trust first
    • to hope before (others)
    • to hope in advance of other confirmation
  • Forms:
    • προηλπικότας Part: Perf Act Acc Plur Masc
προεμάχησε, προεμάχησεν
προεμβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to put in, insert before
προέμενοι
προεμήνυσαν
προενάρχομαι
  • Meaning: to start already, begin (before)
  • Forms:
    • προενήρξασθε Verb: Aor Mid Ind 2nd Plur
    • προενήρξατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
προενέχομαι
  • Meaning: to be involved in before
  • Note: Also see προσενέχομαι
  • Forms:
    • προενέχεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
προενήρξασθε
προενήρξατο
προενόησε, προενόησεν
προενόμευσαν
προεξαπέστειλε, προεξαπέστειλεν
προεξαποστέλλω
  • Meaning: to send out beforehand
  • Forms:
    • προεξαπέστειλε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
προεξήνεγκε, προεξήνεγκεν
προεξομολογέομαι
προεξομολογέω
  • Meaning:
    • to confess (sins) beforehand
    • to confess out, confess outwardly to
  • Forms:
    • προεξομολογέομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • προεξομολογησάμενοι Part: Aor Mid/Pass Nom Plur Masc
    • προεξωμολογησάμην Verb: 1Aor Mid Ind 1st Sing
προεξομολογησάμενοι
προεξωμολογησάμην
προεπαγγέλλομαι
προεπαγγέλλω
  • Meaning:
    • to promise before, promise beforehand
    • to promise previously
  • Forms:
    • προεπαγγέλλομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • προεπηγγείλατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • προεπηγγελμένην Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Fem
προεπεκαλέσασθε
προεπελακέσασθε
προεπελακτισάμην
προέπεμπον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προπέμπω
προέπεμψε, προέπεμψεν
  • Parse: Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Meaning: to send before, send forward
  • Root: προπέμπω
προεπηγγείλατο
προεπηγγελμένην
προεπιβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to throw upon
  • Note: Like ἐπιβάλλω
προεπικαλέω
  • Meaning: to invite
  • Forms:
    • προεπεκαλέσασθε Verb: Aor Mid Ind 2nd Plur
προεπιλακτίζω
  • Meaning: to invite
  • Forms:
    • προεπελακτισάμην Verb: 1Aor Mid Ind 1st Sing
    • προεπελακέσασθε Verb: 1Aor Mid Ind 2nd Plur
προεπορεύετο
προεπορεύοντο
προέπω
προερέω
  • Meaning: to predict, foretell, say (speak, tell) beforehand
  • Forms:
    • προειρημέναι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Fem
    • προείρηκα Verb: Perf Act Ind 1st Sing
    • προειρήκαμεν Verb: Perf Act Ind 1st Plur
    • προείρηκεν Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
    • προειρηκέναι Verb: Perf Act Infin
    • προειρημένων Part: Perf Mid/Pass Gen Plur Masc
    • προειρημένων Part: Perf Mid/Pass Gen Plur Neut
    • προειρημένῃ Part: Perf Mid/Pass Dat Sing Fem
    • προειρημένῃ Part: Perf Mid/Pass Gen Plur Neut
προερμηνεύω
  • Meaning: to translate before
προέρχεται
προέρχομαι
  • Meaning:
    • to go forward, go on, advance, proceed
    • to go before, go ahead
    • to come out, proceed
    • to move out and expose oneself
    • to come into view and make an appearance
  • Forms:
Present
  • προέρχεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
Imperfect
  • προήρχετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
Future
  • προελεύσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
Aorist
  • προέλθῃ
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • προελθόντων Part: Aor Act Gen Plur Masc/Neut
  • προελθόντων Verb: Aor Act Imperative 3rd Plur
  • προελθόντα Part: Aor Act Nom/Acc Plur Neut
  • προελθόντα Part: Aor Act Acc Sing Masc
  • προελθόντας Part: Aor Act Acc Plur Masc
  • προελθεῖν Verb: Aor Act Infin
  • προελθέτω Verb: 2Aor Act Imperative 3rd Sing
  • προῆλθε(ν) Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • προελθόντες Part: 2Aor Act Nom Plur Masc
  • προελθών Part: 2Aor Act Nom Sing Masc
  • προέλθωσι(ν) Verb: 2Aor Act Subj 3rd Plur
  • προῆλθον Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
Perfect
προέσθαι
προεστᾶσιν
προεστήκασιν
προεστηκόσι
προεστηκότα
  • Parse:
    • Part: Perf Act Acc Sing Masc/Neut
    • Part: Perf Act Nom Sing Neut
  • Root: προΐστημι
προεστηκότας
προεστηκότος
προέστην
προεστώς
προεστῶτες
προέτειναν
προέτεινε, προέτεινεν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Root: προτείνω
προετοιμάσας
  • Parse:
    • Part: Fut Act Acc Plur Fem
    • Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • Root: προετοιμάζω
προετοιμάσει
προετοιμάσησθε
προετοιμάζω
  • Meaning: to get ready beforehand, prepare in advance, ordain before
  • Forms:
    • προετοιμάσας Part: Fut Act Acc Plur Fem
    • προετοιμάσας Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • προετοιμάσας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • προετοιμάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • προητοίμασας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • προητοίμασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • προητοίμασε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • προετοιμάσησθε Verb: Fut Mid/Pass Ind 2nd Plur
προετρέπετο
προετρέψατο
προευαγγελίζομαι
  • Meaning: to proclaim gospel in advance
  • Forms:
    • προευηγγελισάμην Verb: 1Aor Mid Ind 1st Sing
    • προευηγγελίσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
προευηγγελισάμην
προευηγγελίσατο
προεφανερώθη
προεφανέρωσας
προεφανέρωσε, προεφανέρωσεν
προεφέροντο
προεφήτευον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: προφητεύω
προεφητεύσαμεν
προεφήτευσαν
προεφήτευσε, προεφήτευσεν
προέφθακεν
προέφθασα
προέφθασαν
προέφθασας
προέφθασε, προέφθασεν
προεχειρίσατο
προέχομαι
προεχόμεθα
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Plur
  • Root: προέχω
προέχοντες
  • Parse: Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • Meaning: to hold before
  • Root: προέχω
προέχουσα
προέχουσι
  • Parse:
    • Part: Pres Act Dat Plur Masc/Neut
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • Root: προέχω
προέχω
  • Meaning:
    • to excel, be first
    • to hold before
    • to be better (than another)
    • to have an advantage
  • Forms:
    • προεῖχεν Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • προέχουσα Part: Pres Act Nom Sing Fem
    • προέχομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • προεχόμεθα Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Plur
προεωρακότες