πρώην
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • day before yesterday
    • early, lately, just now, previously, before
πρωΐ
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • Adverbial:
      • early (in the morning)
      • in the morning
      • at dawn
    • Substantival:
      • morning
      • the day-break watch
πρωΐα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: early morning, daybreak
  • Forms:
    • πρωΐας Noun: Gen Sing Fem
πρωίᾳ
πρωίαν
πρωΐας
πρωίθεν, πρωΐθεν
πρωϊόθεν
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • Adverbal:
      • from morning
    • Substantival:
      • an early hour of the day
πρώϊμα, πρώιμα
πρώϊμον, πρώιμον
πρώϊμος, πρώιμος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • early
    • dawning, i.e., (by analogy) autumnal (showering, the first of the rainy season)
  • Forms:
    • πρώϊμον, πρώιμον Adj: Acc Sing Masc
    • πρώϊμα, πρώιμα Adj: Nom/Acc Plur Neut
πρωινή
πρωινῇ
πρωϊνῇ
πρωινήν, πρωϊνήν
πρωινῆς
πρωϊνόν, πρωινόν
πρωϊνός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • pertaining to the dawn
      • matutinal (of or occurring in the morning)
      • occurring early in the day
    • Substantival:
      • morning
  • Forms:
    • πρωϊνῇ, πρωινῇ Adj: Dat Sing Fem
    • πρωινήν Adj: Acc Sing Fem
    • πρωινῆς Adj: Gen Sing Fem
    • πρωϊνόν Adj: Acc Sing Masc
    • πρωινοῦ Adj: Gen Sing Masc
πρωινοῦ
πρώιος, πρώϊος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: early in the day
  • Forms:
    • πρωίαν Adj: Acc Sing Fem
    • πρωίᾳ Adj: Dat Sing Fem
πρώρα
πρῷρα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: the prow, i.e., forward part of a vessel
  • Forms:
    • πρῴρας Noun: Gen Sing Fem
    • πρῴρης Noun: Gen Sing Fem
πρῴρας
πρωρεῖς
πρωρεύς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • ship captain, skipper
    • the officer in command at the bow (of a ship)
    • the look-out man
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMπρωρεύςπρωρεῖς
GENπρωρέωςπρωρέων
DATπρωρεῖπρωρεῦσι(ν)
ACCπρωρέαπρωρέας
πρῴρης
πρῶτα
πρωταγωνισταί
πρωταγωνιστής
πρῶται
πρώταις
πρώταρχον
πρώταρχος
πρώτας
πρωτεῖος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: of first quality, preeminence
  • Forms:
    • πρωτείων Adj: Gen Plur Masc/Neut
πρωτείων
πρωτεύειν
πρωτεύοντα
πρωτευόντων
πρωτεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be the first, be the primary one
    • to hold the first place, hold position of a leader
    • to have the preeminence
    • to take precedence
    • to lead
  • Forms:
    • πρωτεύειν Verb: Pres Act Infin
    • πρωτεύοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • πρωτευόντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • πρωτεύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
πρωτεύων
πρώτη
πρώτῃ
πρωτήν
πρώτης
πρωτοβαθρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to assume first seat among (others)
    • to place (someone's) seat in front of (others)
  • Forms:
    • ἐπρωτοβάθρει Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
πρωτοβολέω
πρωτοβολήσει
πρωτογενές
πρωτογένημα
πρωτογέννημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: first-fruits, feast of first fruits
  • Note: Alternate spelling begins πρωτογένν-
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπρωτογένημαπρωτογενήματα
GENπρωτογενήματοςπρωτογενημάτων
DATπρωτογενήματιπρωτογενήμασι(ν)
ACCπρωτογένημαπρωτογενήματα
πρωτογενήματα
πρωτογεννήματα
πρωτογενήματος
πρωτογεννήματος
πρωτογενημάτων
πρωτογεννημάτων
πρωτογενής
Singular
 MascFemNeut
NOMπρωτογενήςπρωτογενές
GENπρωτογενοῦς
DATπρωτογενεῖ
ACCπρωτογενῆπρωτογενές
Plural
 MascFemNeut
NOMπρωτογενεῖςπρωτογενῆ
GENπρωτογενῶν
DATπρωτογενέσι(ν)
ACCπρωτογενεῖςπρωτογενῆ
πρωτόγονα
πρωτόγονος
πρωτογόνῳ
πρῶτοι
πρώτοις
πρωτοκαθεδρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: place of honour, best seat
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπρωτοκαθεδρίαπρωτοκαθεδρίαι
GENπρωτοκαθεδρίαςπρωτοκαθεδριῶν
DATπρωτοκαθεδρίᾳπρωτοκαθεδρίαις
ACCπρωτοκαθεδρίανπρωτοκαθεδρίας
VOCπρωτοκαθεδρίαπρωτοκαθεδρίαι
πρωτοκαθεδρίαν
πρωτοκαθεδρίας
πρωτοκαθεδρίταις
πρωτοκαθεδρίτης
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: someone who occupies the seat of honour
  • Forms:
    • πρωτοκαθεδρίταις Noun: Dat Plur Masc
πρωτοκλήσιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a festival held on a king's coronation
πρωτοκλισία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • the place of honour (at dinner) (esp. beside the master of house or the host)
    • festival on a king's proclamation
    • king's coronation
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπρωτοκλισίαπρωτοκλισίαι
GENπρωτοκλισίαςπρωτοκλισιῶν
DATπρωτοκλισίᾳπρωτοκλισίαις
ACCπρωτοκλισίανπρωτοκλισίας
VOCπρωτοκλισίαπρωτοκλισίαι
πρωτοκλισίαν
πρωτοκλισίας
πρωτοκουρία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: first shearing
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπρωτοκουρίαπρωτοκουρίαι
GENπρωτοκουρίαςπρωτοκουριῶν
DATπρωτοκουρίᾳπρωτοκουρίαις
ACCπρωτοκουρίανπρωτοκουρίας
VOCπρωτοκουρίαπρωτοκουρίαι
πρωτοκουρίας
πρωτολογία
Feminine
 SingularPlural
NOMπρωτολογίαπρωτολογίαι
GENπρωτολογίαςπρωτολογιῶν
DATπρωτολογίᾳπρωτολογίαις
ACCπρωτολογίανπρωτολογίας
VOCπρωτολογίαπρωτολογίαι
πρωτολογίᾳ
πρωτόμαρτυς
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: first martyr
πρῶτον
  • Parse: Adverb
  • Meaning: first, before, at the beginning, chiefly (at, at the) first (of all); first (in time, place, order, or importance)
πρωτόπλαστον
πρωτόπλαστος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: first-formed, first-created
  • Forms:
    • πρωτόπλαστον Adj: Acc Sing Masc
    • πρωτοπλάστου Adj: Gen Sing Masc
    • πρωτοπλάστων Adj: Gen Plur Masc/Fem/Neut
πρωτοπλάστου
πρωτοπλάστων
πρῶτος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • order and rank: first, primary, chief
    • temporal: before, former, earlier (in time), beginning
    • degree: best, choice quality
    • spatial: foremost, found in front
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπρῶτοςπρώτηπρῶτον
GENπρώτουπρώτηςπρώτου
DATπρώτῳπρώτῃπρώτῳ
ACCπρῶτονπρώτην
πρωτήν
πρῶτον
VOCπρῶτεπρώτηπρῶτε
Plural
 MascFemNeut
NOMπρῶτοιπρῶταιπρῶτα
GENπρώτωνπρώτωνπρώτων
DATπρώτοιςπρώταιςπρώτοις
ACCπρώτουςπρώταςπρῶτα
VOCπρῶτοιπρῶταιπρῶτα
  • Comparatives & Superlatives
  • προτέρου Adj: Gen Sing Masc Comp
πρῶτος καὶ εἰκοστός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: twenty-first
πρωτοστάτην
πρωτοστάτης
πρωτότοκα
πρωτοτοκεῦσαι
πρωτοτοκεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to invest with the privilege of primogeniture, treat as firstborn
  • Forms:
    • πρωτοτοκεῦσαι Verb: Aor Act Infin
πρωτοτοκέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to bear her first-born
    • to calve for the first time
  • Forms:
    • πρωτοτοκούσας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • πρωτοτοκούσης Verb: Pres Act Part Gen Sing Fem
πρωτοτόκια
πρωτοτοκεῖα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Plur Neut
  • Meaning: birthright, rights of firstborn, primogeniture (as a privilege)
πρωτοτόκοις
πρωτότοκον
πρωτότοκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: first-begotten, first-born
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMπρωτότοκοςπρωτοτόκηπρωτότοκον
GENπρωτοτόκουπρωτοτόκηςπρωτοτόκου
DATπρωτοτόκῳπρωτοτόκῃπρωτοτόκῳ
ACCπρωτότοκονπρωτοτόκηνπρωτότοκον
VOCπρωτότοκεπρωτοτόκηπρωτότοκε
Plural
 MascFemNeut
NOMπρωτότοκοιπρωτότοκαιπρωτότοκα
GENπρωτοτόκωνπρωτοτόκωνπρωτοτόκων
DATπρωτοτόκοιςπρωτοτόκαιςπρωτοτόκοις
ACCπρωτοτόκουςπρωτοτόκαςπρωτότοκα
VOCπρωτότοκοιπρωτότοκαιπρωτότοκα
πρωτοτόκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc/Fem
  • Meaning: firstborn
πρωτοτόκου
πρωτοτοκούσας
πρωτοτοκούσης
πρωτοτόκῳ
πρωτοτόκων
πρώτου
πρώτους
πρώτῳ
πρώτων
πρώτως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: for the first time