προχαλάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to relax beforehand
      • to cause to hang loose before someone (e.g., with thirst, my tongue hung loose before the waterboy)
    • Passive:
      • to be put out (e.g., to stick out the tongue)
      • to be loosed beforehand
      • to be extended
  • Cognates: χαλάω, καταχαλάω, περιχαλάω, προχαλάω
  • Forms:
    • προκεχάλασται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing (4Macc 10:19)
προχειρίζομαι
προχειρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to put into the hand, have ready at hand
      • to choose, select, elect, determine
    • Middle:
      • to choose, select
      • to appoint
    • Passive:
      • to be appointed
  • Cognates: χειρίζω, διαχειρίζω, ἐγχειρίζω, προχειρίζω
  • Forms:
    • προχειρίζομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • προχείρισαι Verb: Aor Act Infin
    • προχειρισάμενος Verb: Aor Mid Part Nom Sing Masc
    • προχειρίσασθαι Verb: Aor Mid/Pass Infin
    • προχειρίσασθε Verb: Aor Mid Imperative 2nd Plur
    • προχειρισθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • προεχειρίσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • προκεχειρισμένον Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Sing Masc
προχείρισαι
προχειρισάμενος
προχειρίσασθαι
προχειρίσασθε
προχειρισθέντες
πρόχειρος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • at hand, ready, speedy
    • about to happen at any moment
προχειροτονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to choose beforehand, appoint before
    • to give a previous vote
  • Cognates: χειροτονέω
  • Forms:
    • προκεχειροτονημένοις Verb: Perf Mid/Pass Part Dat Plur Masc
προχωρεῖ
προχωρέω
προχώρημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: excrement
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπροχώρημαπροχωρήματα
GENπροχωρήματοςπροχωρημάτων
DATπροχωρήματιπροχωρήμασι(ν)
ACCπροχώρημαπροχωρήματα
προχωρημάτων