προβαίνοντα
προβαίνουσα
προβαίνουσαι
προβαινούσης
προβαίνω
προβαίνων
προβάλετε
προβάλλομαι
προβαλλομένοις
προβαλλόντων
προβάλλουσιν
προβάλλω
top
προβαλόντων
προβαλοῦ
προβαλῶ
προβαλών
προβάλωσι
προβάλωσιν
προβάς
προβασανίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to torture before, torture earlier, torture previously
  • Cognates: βασανίζω, προβασανίζω
  • Forms:
    • προβασανισθέντι Verb: Aor Pass Part Dat Sing Masc
    • προβασανισθέντων Verb: Aor Pass Part Gen Plur Masc
προβασανισθέντι
προβασανισθέντων
προβασκάνιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut (Jeremy 69)
  • Meaning:
    • scarecrow
    • a safeguard against witchcraft
    • amulet, charm, phylactery
πρόβατα
προβάτια
προβατική
top
προβατικῇ
προβατικήν
προβατικῆς
προβατικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • pertaining to sheep or goats
    • the sheep-gate, sheep market
  • Forms:
    • προβατική Adj: Nom Sing Fem
    • προβατικῇ Adj: Dat Sing Fem
    • προβατικήν Adj: Acc Sing Fem
    • προβατικῆς Adj: Gen Sing Fem
προβάτιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: lamb, sheep, sheepfold
  • Forms:
    • προβάτια Noun: Acc Plur Neut
προβάτοις
πρόβατον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: sheep, sheepfold, a flock or herd of small cattle (i.e., sheep or goats)
  • Forms:
    • πρόβατα Noun: Nom/Acc Plur Neut
    • προβάτοις Noun: Dat Plur Neut
    • προβάτου Noun: Gen Sing Neut
    • προβάτῳ Noun: Dat Sing Neut
    • προβάτων Noun: Gen Plur Neut
προβάτου
προβάτῳ
προβάτων
προβέβηκα
προβέβηκας
προβεβήκει
top
προβεβηκότες
προβεβηκότος
προβεβηκυῖα
προβεβηκώς
προβεβλημένοις
προβῇ
προβιβάζω
προβιβάσαι
προβιβάσεις
προβιβασθεῖσα
προβλέπει
προβλέπω
top
προβλεψαμένου
προβλέψας
πρόβλημα
προβλήματα
προβλής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: projecting, jutting out, headland
  • Forms:
    • προβλῆτες Noun: Nom Plur Masc
προβλῆτες