προβαίνοντα
προβαίνουσα
προβαίνουσαι
προβαινούσης
προβαίνω
  • Present
  • προβαίνοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
  • προβαίνουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
  • προβαίνουσαι Verb: Pres Act Part Nom Plur Fem
  • προβαινούσης Verb: Pres Act Part Gen Sing Fem
  • προβαίνων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • Aorist
  • προέβην
    • Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • προβάς Verb: 2Aor Act Part Nom Sing Masc
  • προβῇ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • Perfect
  • προβέβηκα Verb: Perf Act Ind 1st Sing
  • προβέβηκας Verb: Perf Act Ind 2nd Sing
  • προβεβήκει Verb: Perf Act Ind 3rd Sing
  • προβεβηκότες Verb: Perf Act Part Nom Plur Masc
  • προβεβηκότος Verb: Perf Act Part Gen Sing Masc
  • προβεβηκυῖα Verb: Perf Act Part Nom Sing Fem
  • προβεβηκώς Verb: Perf Act Part Nom Sing Masc
προβαίνων
προβάλετε
προβάλλομαι
προβαλλομένοις
προβαλλόντων
προβάλλουσιν
προβάλλω
  • Present
  • προβάλλομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • προβαλλομένοις Verb: Pres Mid/Pass Part Dat Plur Masc
  • προβαλλόντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
  • προβάλλουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • προβαλοῦ Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
  • Imperfect
  • προέβαλλεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • προβαλῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • προβάλετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • προβαλόντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
  • προβαλών Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • προβάλωσι Verb: 2Aor Act Subj 3rd Plur
  • προβάλωσι(ν) Verb: 2Aor Act Subj 3rd Plur
  • προέβαλεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • προεβάλου Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
  • Perfect
  • προβεβλημένοις Verb: Perf Mid/Pass Part Dat Plur Masc/Neut
προβαλόντων
προβαλοῦ
προβαλῶ
προβαλών
προβάλωσι
προβάλωσιν
προβάς
προβασανίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to torture (someone) before (someone else)
    • to torture earlier, torture previously
  • Cognates: βασανίζω, προβασανίζω
  • Forms:
    • προβασανισθέντι Verb: Aor Pass Part Dat Sing Masc
    • προβασανισθέντων Verb: Aor Pass Part Gen Plur Masc
προβασανισθέντι
προβασανισθέντων
προβασκάνιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut (Jeremy 69)
  • Meaning:
    • scarecrow
    • a safeguard against witchcraft
    • amulet, charm, phylactery
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπροβασκάνιονπροβασκάνια
GENπροβασκανίουπροβασκανίων
DATπροβασκανίῳπροβασκανίοις
ACCπροβασκάνιονπροβασκάνια
πρόβατα
προβάτια
προβατική
προβατικῇ
προβατικήν
προβατικῆς
προβατικός
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • pertaining to sheep or goats
    • the sheep-gate, sheep market
  • Forms:
    • προβατική Adj: Nom Sing Fem
    • προβατικῇ Adj: Dat Sing Fem
    • προβατικήν Adj: Acc Sing Fem
    • προβατικῆς Adj: Gen Sing Fem
προβάτιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: lamb, sheep, sheepfold
  • Note: Diminutive of πρόβατον
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπροβάτιονπροβάτια
GENπροβατίουπροβατίων
DATπροβατίῳπροβατίοις
ACCπροβάτιονπροβάτια
προβάτοις
πρόβατον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: sheep, sheepfold, a flock or herd of small cattle (i.e., sheep or goats)
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπρόβατονπρόβατα
GENπροβάτουπροβάτων
DATπροβάτῳπροβάτοις
ACCπρόβατονπρόβατα
προβάτου
προβάτῳ
προβάτων
προβέβηκα
προβέβηκας
προβεβήκει
προβεβηκότες
προβεβηκότος
προβεβηκυῖα
προβεβηκώς
προβεβλημένοις
προβῇ
προβιβάζω
προβιβάσαι
προβιβάσεις
προβιβασθεῖσα
προβλέπει
προβλέπω
προβλεψαμένου
προβλέψας
πρόβλημα
Neuter
 SingularPlural
NOMπρόβλημαπροβλήματα
GENπροβλήματοςπροβλημάτων
DATπροβλήματιπροβλήμασι(ν)
ACCπρόβλημαπροβλήματα
προβλήματα
προβλής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: projecting, jutting out, headland
  • Note: Used as an adjective
  • Forms:
    • προβλῆτες Noun: Nom Plur Masc
προβλῆτες