προθέντων
προθερίζω
προθέσει
προθέσεις
προθέσεως
πρόθεσιν
πρόθεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπρόθεσιςπροθέσεις
GENπροθέσεωςπροθέσεων
DATπροθέσειπροθέσεσι(ν)
ACCπρόθεσι(ν)προθέσεις
προθεσμία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: time appointed; fixed beforehand, i.e., a designated day
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπροθεσμίαπροθεσμίαι
GENπροθεσμίαςπροθεσμιῶν
DATπροθεσμίᾳπροθεσμίαις
ACCπροθεσμίανπροθεσμίας
VOCπροθεσμίαπροθεσμίαι
προθεσμίας
προθῇς
προθήσεις
προθήσεται
προθυμέομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to be ready, willing
    • to be eager, zealous to do
    • to become enthusiastic
  • Cognates: διενθυμέομαι, ἐνθυμέομαι, προθυμέομαι
  • Forms:
    • προεθυμήθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
    • προεθυμήθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • προθυμηθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Sing Masc
    • προθυμηθέντων Verb: Aor Pass Part Gen Plur Masc
    • προθυμηθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • προθυμούμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
προθυμηθέντα
προθυμηθέντων
προθυμηθῆναι
προθυμία
Feminine
 SingularPlural
NOMπροθυμίαπροθυμίαι
GENπροθυμίαςπροθυμιῶν
DATπροθυμίᾳπροθυμίαις
ACCπροθυμίανπροθυμίας
VOCπροθυμίαπροθυμίαι
προθυμίᾳ
προθυμίαν
προθυμίας
πρόθυμοι
πρόθυμον
πρόθυμος
προθυμοτέρους
προθυμούμενος
προθύμους
προθύμως
πρόθυρα
προθύροις
πρόθυρον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: threshold, doorstep, doorway, porch
  • Cognates: ὑπέρθυρον
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπρόθυρονπρόθυρα
GENπροθύρουπροθύρων
DATπροθύρῳπροθύροις
ACCπρόθυρονπρόθυρα
προθύρου
προθύρῳ
προθύρων