προδεδηλωμένην
προδεδηλωμένοι
πρόδηλα
πρόδηλοι
πρόδηλον
πρόδηλος
προδηλόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to make clear beforehand, explain previously, show plainly, mention previously
    • to reveal previously, reveal in advance
  • Cognates: δηλόω, προδηλόω, προσδηλόω
  • Forms:
    • προδηλῶσαι
      • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
      • Verb: Aor Act Infin
      • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
    • προδεδηλωμένην Verb: Perf Mid/Pass Part Acc Sing Fem
    • προδεδηλωμένοι Verb: Perf Mid/Pass Part Nom Plur Masc
προδήλων
προδηλῶσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: προδηλόω
προδημιουργέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to create beforehand
  • Cognates: δημιουργέω
  • Forms:
    • προεδημιούργησα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
προδιδόντας
προδιδόντες
προδίδωμι
προδίδωσίν
προδόντες
προδοσία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • abandonment, a giving up, betrayal, treason, surrender
    • to remain associated or helpful
  • Forms:
    • προδοσίᾳ Noun: Dat Sing Fem
προδοσίᾳ
προδόται
προδότας
προδότην
προδότης
προδότου
προδράμωμεν
προδραμών
πρόδρομοι
πρόδρομος
προδρόμους
προδώσων