πρόρρησιν
πρόρρησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: prophecy, prediction, prognosis
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπρόρρησιςπρορρήσεις
GENπρορρήεωςπρορρήσεων
DATπρορρήσειπρορρήσεσι(ν)
ACCπρόρρησινπρορρήσεις