προπαθόντες
πρόπαπποι
πρόπαππος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: a great-grandfather
  • Forms:
    • πρόπαπποι Noun: Nom Plur Masc
προπαραβάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind/Subj 1st Sing
  • Meaning: to put beside one beforehand
προπάσχω
προπάτορα
προπάτωρ
Masculine
 SingularPlural
NOMπροπάτωρπροπάτορες
GENπροπάτοροςπροπατόρων
DATπροπάτοριπροπάτορσι
ACCπροπάτοραπροπάτορας
VOCπροπάτορπροπάτορες
προπέμπειν
προπεμπόντων
προπέμπω
Present
  • προπέμπειν Verb: Pres Act Infin
  • προπεμπόντων Part: Pres Act Gen Plur Masc
  • προπέμπωσι(ν) Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
Imperfect
  • προέπεμπον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
  • προέπεμπον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
Future
  • προπέμψουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
Aorist
  • προπέμψασιν Part: Aor Act Dat Plur Masc/Neut
  • προπεμφθέντες Part: Aor Pass Nom Plur Masc
  • προπεμφθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • προπέμψαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
  • προπέμψας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • προπέμψατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • προπέμψητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • προπέμψωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • πρόπεμψον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
Perfect
προπέμπωσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Root: προπέμπω
προπεμφθέντες
προπεμφθῆναι
προπέμψαντες
προπέμψας
προπέμψασιν
προπέμψατε
προπέμψητε
πρόπεμψον
προπέμψουσι(ν)
προπέμψωσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Root: προπέμπω
προπεπραγμένα
προπεπτωκότα
  • Parse:
    • Part: Perf Act Acc Sing Masc/Neut
    • Part: Perf Act Nom Sing Neut
  • Root: προπίπτω
προπεπτωκότας
προπεπτωκότων
προπεπτωκώς
προπεσοῦνται
προπέτεια
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: reckless attitude
προπετεῖς
προπετές
προπετῆ
προπετής
Singular
 MascFemNeut
NOMπροπετήςπροπετές
GENπροπετοῦς
DATπροπετεῖ
ACCπροπετῆπροπετές
Plural
 MascFemNeut
NOMπροπετεῖςπροπετῆ
GENπροπετῶν
DATπροπετέσι(ν)
ACCπροπετεῖςπροπετῆ
προπετοῦς
προπίπτω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to fall forward, fall down, lay down
    • to fall prostrate
    • to throw oneself forward
    • to fall before the rest
  • Forms:
    • προπεπτωκότα Part: Perf Act Acc Sing Masc
    • προπεπτωκότας Part: Perf Act Acc Plur Masc
    • προπεπτωκότων Part: Perf Act Gen Plur Masc
    • προπεπτωκώς Part: Perf Act Nom Sing Masc
    • προπεσοῦνται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
προπομπή
Feminine
 SingularPlural
NOMπροπομπήπροπομπαί
GENπροπομπῆςπροπομπῶν
DATπροπομπῇπροπομπαῖς
ACCπροπομπήνπροπομπάς
VOCπροπομπήπροπομπαί
προπομπήν
προπορεύεσθε
προπορεύεται
προπορεύομαι
Present
  • προπορεύεσθε Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Plur
  • προπορεύεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • προπορευόμενα Part: Pres Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
  • προπορευομένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
  • προπορευομένης Part: Pres Mid/Pass Gen Sing Fem
  • προπορευομένοις Part: Pres Mid/Pass Dat Plur Masc/Neut
  • προπορευόμενος Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
  • προπορεύονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • προπορεύου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
Imperfect
  • προεπορεύετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • προεπορεύοντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
Future
  • προπορεύσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • προπορεύσῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • προπορεύσομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
  • προπορεύσονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
Aorist
Perfect
προπορευόμενα
προπορευομένη
προπορευομένης
προπορευομένοις
προπορευόμενος
προπορεύονται
προπορεύου
προπορεύσεται
προπορεύσῃ
προπορεύσομαι
προπορεύσονται
πρόποσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • public drinking party
    • drinking before eating
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMπρόποσιςπροπόσεις
GENπροπόσεωςπροπόσεων
DATπροπόσειπροπόσεσι(ν)
ACCπρόποσι(ν)προπόσεις
προπράσσω
προπραχθέντα
προπτύσας
προπτύω
προπτώσεως
πρόπτωσιν
πρόπτωσις
Feminine
 SingularPlural
NOMπρόπτωσιςπροπτώσεις
GENπροπτώσεωςπροπτώσεων
DATπροπτώσειπροπτώσεσι(ν)
ACCπρόπτωσι(ν)προπτώσεις
πρόπυλα
πρόπυλον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: porch, entrance threshold, gateway
  • Forms:
    • πρόπυλα Noun: Nom/Acc Plur Neut