προμαρτύρομαι
προμαρτυρόμενον
προμαχέω
προμαχών
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: fortification, bulwark, rampart
  • Forms:
    • προμαχῶνας Noun: Acc Plur Masc
    • προμαχῶνες Noun: Nom Plur Masc
προμαχῶνας
προμαχῶνες
προμελετᾷν
προμελετάω
προμεριμνᾶτε
προμεριμνάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be anxious, be concerned, care in advance, take thought beforehand
  • Cognates: μεριμνάω, προμεριμνάω
  • Forms:
    • προμεριμνᾶτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
προμηνύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to indicate beforehand
    • to denounce beforehand
    • to forewarn
    • to foreshow, predict, presage, forebode
  • Cognates: καταμηνύω, μηνύω, προμηνύω
  • Forms:
    • προεμήνυσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur