προτάξας
προτάξω
προτάσσω
προτεθειμένων
προτεθέντος
προτεθερισμένα
προτείναντα
προτείναντες
προτείνας
προτείνουσαι
προτείνω
προτείχισμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • outer wall, advanced fortification, outwork
    • the structure in front of the main line of defence
  • Cognates: προτείχισμα, τείχισμα
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMπροτείχισμαπροτειχίσματα
GENπροτειχίσματοςπροτειχiσμάτων
DATπροτειχίσματιπροτειχίσμασι(ν)
ACCπροτείχισμαπροτειχίσματα
προτειχίσματι
προτειχίσματος
προτέρα
πρότερα
προτέρᾳ
πρότεραι
προτέραις
προτέραν
προτέρας
προτέρημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: an advantage gained, victory, success
πρότεροι
προτέροις
πρότερον
πρότερος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • first
    • Of Time: earlier, former, prior to the present time
    • Of distance: in front of
    • Neuter: formerly, earlier, previously
    • Without article: opposite to "now," previously, beforehand, earlier
    • Plus GEN: further ahead
    • With article as substantive: a former one, former ones
    • With article as adverb: before, once, formerly
    • Of rank: superior, preferable, more prominent
  • Forms:
Comparative
Singular
 MascFemNeut
NOMπρότεροςπροτέραπρότερον
GENπροτέρουπροτέραςπροτέρου
DATπροτέρῳπροτέρᾳπροτέρῳ
ACCπρότερονπροτέρανπρότερον
Plural
 MascFemNeut
NOMπρότεροιπρότεραιπρότερα
GENπροτέρων
DATπροτέροιςπροτέραιςπροτέροις
ACCπροτέρουςπροτέραςπρότερα
προτέρου
προτέρους
προτέρων
προτεταγμένοις
προτεταγμένους
προτετιμημένῃ
προτίθεμαι
προτίθημι
προτιμάω
προτιμῶν
προτομαί
προτομή
Feminine
 SingularPlural
NOMπροτομήπροτομαί
GENπροτομῆςπροτομῶν
DATπροτομῇπροτομαῖς
ACCπροτομήνπροτομάς
VOCπροτομήπροτομαί
προτομήν
προτρέπεται
προτρέπομαι
προτρέπω
προτρέχοντας
προτρέχω
προτρεψαμένης
προτρεψάμενοι