διακαθαίρω
διακαθᾶραι
διακαθαριεῖ
διακαθαρίζω
διακαθιζάνῃς
διακαθιζάνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to sit down apart
    • to relieve oneself
  • Cognates: διακαθιζάνω καθιζάνω
  • Forms:
    • διακαθιζάνῃς Verb: Pres Act Subj 2nd Sing
διακαθίζω
διακαίω
διακάμπτω
διακαρτερέω
top
διακαρτερήσωμεν
διακατασχεῖν
διακατελέγχομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
  • Meaning: to refute completely, prove downright, confute, convince
  • Forms:
    • διακατηλέγχετο Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 3rd Sing
διακατέχω
διακατηλέγχετο
διάκειμαι
διακειμένους
διακειμένῳ
διακεκοσμημένος
διακεκριμένοι
διακελεύω
διακενῆς
  • Parse: Adverb
  • Meaning: without cause, in vain, idly, to no purpose
top
διάκενος
διακένῳ
διακεχρισμένα
διακεχυμένοι
  • Parse: Verb: Perf Mid/Pass Part Nom Plur Masc
  • Root: διαχέω
διακέχυται
διακεχωρισμένοι
διακεχωρισμένος
διακεχωρισμένων
διακινδυνεύοντας
διακινδυνεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to run all risks, make a desperate attempt, hazard all
  • Cognates: κινδυνεύω
  • Forms:
    • διακινδυνεύοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
διακινέω
διακλάω
top
διακλέπτεται
διακλέπτω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to steal away, steal at different times
  • Cognates: κλέπτω
  • Forms:
    • διακλέπτεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • διεκλέπτετο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
διακλῶν
διακολυμβάω
διακομίζω
διακομίσαντες
διακομισθείς
διακομισθέντες
διακόνει
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Imp 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: διακονέω
διακονεῖ
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
    • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • Root: διακονέω
διακονεῖν
διακονείτωσαν
top
διακονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to wait on someone (at table), be an attendant, attend
    • to serve (someone), minister
    • to care for, take care of
    • to help, support someone
    • to serve in the office of a deacon
  • Cognates: κονέω
  • Forms:
    • διακόνει
      • Verb: Pres Act Imp 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διακονεῖ
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Sing
      • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διακονεῖν Verb: Pres Act Infin
    • διακονείτωσαν Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
    • διακονῇ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διακονηθεῖσα Verb: Aor Pass Part Nom Sing Fem
    • διακονηθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διακονῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • διακονήσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • διακονήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διακονουμένῃ Verb: Pres Pass Part Dat Sing Fem
    • διακονοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διακονούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • διακονοῦσαι Verb: Pres Act Part Nom Plur Fem
    • διακονῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διηκόνει Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διηκονήσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • διηκόνησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διηκόνησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διηκόνουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
διακονῇ
διακονηθεῖσα
διακονηθῆναι
διακονῆσαι
διακονήσαντες
διακονήσει
διακονία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • service, table service, utensils
    • aid, support, distribution
    • attendance, ministry, administration, ministration
  • Forms:
    • διακονίᾳ Noun: Dat Sing Fem
    • διακονίαν Noun: Acc Sing Fem
    • διακονίας Noun: Gen Sing Fem
    • διακονιῶν Noun: Gen Plur Fem
    • διακονίαι
      • Noun: Dat sing fem
      • Noun: Nom Plur Fem
διακονίᾳ
top
διακονίαι
διακονίαν
διακονίας
διακονιῶν
διάκονοι
διακόνοις
διάκονον
διάκονος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • an attendant, waiter, deacon, minister, assistant, servant
    • torturer
  • Forms:
    • διακόνων Noun: Gen Plur Masc
    • διάκονοι Noun: Nom Plur Masc
    • διακόνοις Noun: Dat Plur Masc
    • διάκονον Noun: Acc Sing Masc/Fem
    • διακόνου Noun: Gen Sing Fem
    • διακόνους Noun: Acc Plur Masc
    • διακόνῳ Noun: Dat Sing Masc
διακόνου
διακονουμένῃ
διακονοῦντες
διακονούντων
διακόνους
διακονοῦσαι
top
διακόνῳ
διακονῶν
διακόνων
διακοπάς
διακοπή
διακοπήν
διακοπῆς
διακόπτεται
διακόπτοντος
διακόπτω
διακοπῶν
διακόσια
top
διακοσίαι
διακοσιάκις
  • Parse: Adverb
  • Meaning: two hundred times
διακοσίας
διακόσιοι
διακοσίοις
διακοσιοστός
διακοσίους
διακοσίων
διακοσμέω
διακοσμήσεως
διακόσμησιν
διακόσμησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • decoration, embellishment
    • regulation, orderly arrangement, a setting in order, regulating, decree
  • Forms:
    • διακοσμήσεως Noun: Gen Sing Fem
    • διακόσμησιν Noun: Acc Sing Fem
διακούετε
διακούομαι
top
διακούσομαι
διακούω
διακούων
διακόψαι
διάκοψον
διακρατέω
διακρατοῦσιν
διακριβάζομαι
διακριβοῦν
διακριβόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to examine closely
  • Cognates: ἀκριβόω
  • Forms:
    • διακριβοῦν Verb: Pres Act Infin
    • διηκριβασάμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
διακριθῇ
top
διακριθήσομαι
διακριθῆτε
διακρῖναι
διακρίναντα
διακρίνας
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
  • Root: διακρίνω
διάκρινε
διακρίνει
διακρίνειν
διακρινεῖς
διακρινεῖτε
διακρινέτωσαν
διακρίνομεν
διακρινόμενοι
διακρινόμενον
διακρινόμενος
top
διακρινομένους
διακρίνοντες
διακρίνοντος
διακρινοῦσιν
διακρίνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to distinguish, make a distinction, differentiate
      • to decide
      • to give judgment, render a decision judicially
      • to judge, pass judgment, judge correctly, deliberate judicially
      • to separate, arrange (something)
    • Middle:
      • to take issue, dispute (with someone)
      • to be at odds (with oneself), doubt, waver
    • Passive:
      • to bring an issue to decision
      • to plead with
  • Cognates: ἀνακρίνω, ἀνταποκρίνομαι, ἀντικρίνω, ἀποκρίνομαι, ἀποκρίνω, διακρίνω, ἐγκρίνω, ἐπικρίνω, κατακρίνω, κρίνω, προκρίνω, συγκρίνω, συνυποκρίνομαι, ὑποκρίνω
  • Forms:
    • διακρινῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διακρίνοντος Verb: Pres Act Part Gen sing Masc/Neut
    • διακρίνας
      • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
      • Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • διακεκριμένοι Verb: perf Mid/Pass part Nom plur masc
    • διακρῖναι Verb: Aor Act Infin
    • διακρίναντα Verb: Aor Act Part Acc Sing Masc
    • διάκρινε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • διακρίνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διακρίνειν Verb: Pres Act Infin
    • διακρινεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διακρινεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
    • διακρινέτωσαν Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
    • διακρίνομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
    • διακρινόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • διακρινόμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
    • διακρινόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • διακρινομένους Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Plur Masc
    • διακρίνοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διακρινοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • διακρίνων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διακρίνωσιν Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • διακριθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διακριθήσομαι Verb: Fut Pass Ind 1st Sing
    • διακριθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • διέκρινας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διέκρινε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διέκρινεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεκρίνομεν Verb: Imp Act Ind 1st Plur
    • διεκρίνοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • διεκρίθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεκρίθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
    • διεκρίθητε Verb: Aor Pass Ind 2nd Plur
διακρινῶ
διακρίνων
διακρίνωσιν
διακρίσει
διακρίσεις
top
διάκρισιν
διάκρισις
διακυβερνᾷ
διακυβερνάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to steer through, pilot, govern
  • Cognates: κυβερνάω
  • Forms:
    • διακυβερνᾷ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διακυβερνῶν Verb: Pres Act Part Voc Sing Masc
διακυβερνῶν
διακύπτειν
διακύπτω
διακύψῃ
διακωλύειν
διακωλῦσαι
διακωλύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to hinder, prevent
  • Cognates: ἀποκωλύω, διακωλύω, κωλύω
  • Forms:
    • διακωλύειν Verb: Pres Act Infin
    • διακωλῦσαι Verb: Aor Act Infin
    • διεκώλυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing