δίχα
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • asunder, split
    • apart from, without, in two, in half, divided
διχάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to separate, set at variance, make apart, i.e., sunder (figuratively, alienate)
  • Forms:
    • διχάσαι Verb: Aor Act Infin
διχάσαι
διχηλεῖ
διχηλέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to have a divided hoof
    • to divide the hoof
  • Forms:
    • διχηλεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διχηλοῦν Verb: Pres Act Part Acc sing Neut
    • διχηλούντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Neut
    • διχηλοῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
διχηλοῦν
διχηλούντων
διχηλοῦσιν
διχομηνία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: the fullness of the moon, a full moon
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιχομηνία 
GEN  
DATδιχομηνίᾳ 
ACC  
διχομηνίᾳ
διχοστασία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: dissension, division, sedition, disunion
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιχοστασίαδιχοστασίαι
GENδιχοστασίας 
DAT διχοστασίαις
ACCδιχοστασίανδιχοστασίας
διχοστασίαι
διχοστασίαις
διχοστασίαν
διχοστασίας
διχοστάταις
διχοστατέω
διχοστάτης
Masculine
 SingularPlural
NOMδιχοστάτης 
GEN  
DAT διχοστάταις
ACC  
διχοστατοῦντες
διχοστατοῦσα
διχοτομέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to bisect, cut in two, i.e., (by extension) to flog severely
  • Forms:
    • διχοτομήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διχοτομήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
διχοτόμημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • a piece, a cut piece, divided part, divided piece
    • part of something cut in two or more pieces
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMδιχοτόμημαδιχοτομήματα
GENδιχοτομήματοςδιχοτομημάτων
DATδιχοτομήματιδιχοτομήμασι(ν)
ACCδιχοτόμημαδιχοτομήματα
διχοτομήματα
διχοτομημάτων
διχοτομήσει
διχοτομήσεις