διό
  • Parse: Conjunction
  • Meaning: for which cause, therefore, wherefore; through which thing, i.e., consequently
διοδεύειν
διοδεύεσθαι
διοδεύοντες
διοδεύοντος
διοδεύουσι(ν)
διοδεύσαντες
διόδευσον
διοδεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to go throughout, travel through, pass through, march through
  • Cognates:

    ἐφοδεύω, ἀφοδεύω, διεξοδεύω, ἐξοδεύω, μεθοδεύω, ὁδεύω, παροδεύω, περιοδεύω, συνοδεύω

  • Forms:
    • διοδεύειν Verb: Pres Act Infin
    • διοδεύεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • διοδεύοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • διοδεύοντος Part: Pres Act Gen Sing Masc/Neut
    • διοδεύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • διοδεύσαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
    • διόδευσον Verb: 1Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διοδεύων Part: Pres Act Nom Sing Masc
    • διώδευε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • διωδεύθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διωδεύσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • διώδευσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • διώδευσε(ν) Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
διοδεύων
διόδοις
δίοδον
δίοδος
Feminine
 SingularPlural
NOMδίοδοςδίοδοι
GENδιόδουδιόδων
DATδιόδῳδιόδοις
ACCδίοδονδιόδους
VOCδίοδεδίοδοι
διόδους
διόδων
διοικεῖ
διοικεῖς
διοικέω
διοικήσει
διοικήσεις
διοικήσῃ
  • Parse:
    • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Subj 2nd Sing
  • Root: διοικέω
διοίκησιν
διοίκησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • government
    • management, financial administration
    • direction
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιοίκησιςδιοικήσεις
GENδιοικήεωςδιοικήσεων
DATδιοικήσειδιοικήσεσι(ν)
ACCδιοίκησινδιοικήσεις
διοικήσω
διοικηταῖς
διοικητάς
διοικητής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • finance minister
    • manager, administrator, governor, steward
  • Forms:
Masculine
 SingularPlural
NOMδιοικητήςδιοικηταί
GENδιοικητοῦδιοικητῶν
DATδιοικητῇδιοικηταῖς
ACCδιοικητήνδιοικητάς
διοικοδομέω
διοικοδομήσωμεν
διοικῶν
διοίσει
διολέσαι
διόλλυμι
διόλου
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • regularly, all the time
    • continually, altogether
διοπάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to distinguish
  • Forms:
    • διοπῶντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
διόπερ
  • Parse: Conjunction
  • Meaning: therefore, wherefore, for this reason, on which very account
διοπετής
Singular
 MasculineFeminineNeuter
NOMδιοπετήςδιοπετές
GENδιοπετοῦς
DATδιοπετεῖ
ACCδιοπετῆδιοπετές
Plural
 MasculineFeminineNeuter
NOMδιοπετεῖςδιοπετῆ
GENδιοπετῶν
DATδιοπετέσι(ν)
ACCδιοπετεῖςδιοπετῆ
διοπετοῦς
διόπτρα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: optical instrument
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιόπτραδιόπτραι
GENδιόπτραςδιοπτρῶν
DATδιόπτρᾳδιόπτραις
ACCδιόπτρανδιόπτρας
διόπτρας
διοπῶντες
διοράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to see through, see clearly
  • Forms:
    • διορῶντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
διοργίζεσθαι
διοργίζω
διοργισθείς
διορθοῦντες
διορθόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to set straight, lead to what is good, set on right path, restore order, set right
  • Cognates:

    ἀνορθόω, διορθόω, ἐπανορθόω, ἐπιδιορθόω, κατορθόω, ὀρθόω, ὑπορθόω

  • Forms:
    • διορθωσώμεθα Verb: Pres Mid/Pass Subj 1st Plur
    • διορθοῦντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
    • διορθωθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διορθωθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διορθώσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • διορθώσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • διορθώσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • διωρθώθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
διορθωθῇ
διορθωθήσεται
διόρθωμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Plur Neut
  • Meaning: reform, a making straight, amendment
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMδιόρθωμαδιορθώματα
GENδιορθώματοςδιορθωμάτων
DATδιορθώματιδιορθώμασι(ν)
ACCδιόρθωμαδιορθώματα
διορθωμάτων
διορθώσατε
διορθώσεως
διορθώσῃ
διορθώσητε
διόρθωσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: reformation, improvement, straighten
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιόρθωσιςδιορθώσεις
GENδιορθώσεωςδιορθώσεων
DATδιορθώσειδιορθώσεσι(ν)
ACCδιόρθωσι(ν)διορθώσεις
διορθωσώμεθα
διορθωτής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • a corrector, reformer
    • one who makes straight; something that makes straight
διοριεῖ
διορίζει
διορίζον
διορίζοντα
  • Parse:
    • Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
    • Part: Pres Act Acc Sing Masc
  • Root: διορίζω
διορίζοντος
διορίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to set limits, draw a boundary through, divide by limits, separate
    • to to serve as a dividing partition
    • to distinguish, determine, define
    • to mark out as distinct
    • to determine, declare, make a determination
    • to draw distinctions, lay down definitions, separate
  • Cognates:

    ἀποδιορίζω, ἀφορίζω, διορίζω, ἐξορίζω, ὁρίζω, παρορίζω, πορίζω, προορίζω

  • Forms:
    • διοριεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διορίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διορίζον Part: Pres Act Nom/Acc Sing Neut
    • διορίζοντα Part: Pres Act Nom/Acc Plur Neut
    • διορίζοντος Part: Pres Act Gen Sing Masc/Neut
    • διορίζων Part: Pres Act Nom Sing Masc
    • διώρισα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
    • διώρισε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διώρισται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
διορίζων
διορυγῆναι
διόρυγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • a hole that's dug in the ground
    • burrow (of animals)
    • breach, hole, canal, ditch
    • act of digging through
    • act of house-breaking, act of break-and-entry, burglary
    • a through-cut
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMδιόρυγμαδιορύγματα
GENδιορύγματοςδιορυγμάτων
DATδιορύγματιδιορύγμασι(ν)
ACCδιόρυγμαδιορύγματα
διορύγμασι(ν)
διορύγματι
διορύξει
διόρυξον
διορύσσουσι(ν)
διορύσσω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to break through, break up
    • to dig through
    • to penetrate by burglars
  • Cognates:

    ἀνορύσσω, διορύσσω, ἐξορύσσω, κατορύσσω, ὀρύσσω

  • Forms:
    • διορυχθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διορυγῆναι Verb: 2Aor Pass Infin
    • διορύσσουσι Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • διορύσσουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • διορύξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διόρυξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διώρυξα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
    • διώρυξε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διορυχθῆναι
διορῶντες
διός
  • Parse: Noun: Gen Sing Masc
  • Root: ζεύς
διότι
  • Parse: Conjunction
  • Meaning:
    • because (that), for, therefore, for the reason that, since
    • on the very account that
    • inasmuch as, although
    • wherefore, for what reason