διαλαλέω
διαλαμβάνω
διαλανθάνω
διαλέγεσθαι
διαλέγεται
διαλεγῆναι
διαλέγομαι
διαλεγόμενοι
διαλεγόμενον
διαλεγόμενος
διαλεγομένου
διαλέγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to argue, reason
      • to discuss, confer, commune, dialog
      • to dispute, debate, conduct a discussion
      • to pick out one from another
      • to select, choose, separate, pick out one from another, pick out
      • to speak, preach
    • Middle/Passive:
      • to hold a discussion, to hold a conversation
  • Cognates: ἀναλέγω, ἀντιλέγω, ἀπολέγω, διαλέγω, ἐκλέγω, ἐπιλέγω, καταλέγω, λέγω, προλέγω, προσαναλέγω, προσλέγω, συγκαταλέγω, συλλέγω
  • Forms:
    • διαλέγεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • διαλέγεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • διαλεγῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διαλέγομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • διαλεγόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • διαλεγόμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
    • διαλεγόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • διαλεγομένου Verb: Pres Mid/Pass part Gen Sing Masc
    • διελέχθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διαλεχθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διελέχθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διαλεχθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διελέγετο Verb: Imp Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • διελέξαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • διελέξατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
top
διαλείπω
διαλείψει
διαλείψεις
διάλεκτον
διάλεκτος
διαλέκτῳ
διαλέλυται
διάλευκα
διάλευκοι
διάλευκον
διάλευκος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: white-mixed, spotted with white, speckled
  • Cognates: διάλευκος, ἔκλευκος, λευκός
  • Forms:
    • διάλευκα Adj: Acc Plur Neut
    • διάλευκοι Adj: Nom Plur Masc
    • διάλευκον Adj: Acc Sing Neut
    • διαλεύκους Adj: Acc Plur Masc
διαλεύκους
top
διαλεχθῆναι
διαλεχθήσεται
διαλήμψεσθε
διάλημψιν
διάλημψις
διαλίῃς
διαλιμπάνω
διαλιπεῖν
διαλιπέτω
διαλιπέτωσαν
διαλίπῃς
διαλίπητε
διαλλαγή
διαλλαγῇ
διαλλάγηθι
top
διαλλαγήσεται
διαλλαγῶσιν
διαλλάξαι
διαλλάξας
διαλλάσσεται
διαλλάσσοντα
διαλλάσσουσιν
διαλλάσσω
διαλλάσσων
διάλλομαι
διαλλόμενος
top
διαλογή
διαλογιεῖσθε
διαλογίζεσθαι
διαλογίζεσθε
διαλογίζῃ
διαλογίζομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to form (a plan) in the mind
    • to consider, ponder, reason, muse over, reflect on
    • to argue, consider and discuss
    • to balance accounts
  • Cognates: ἀλογίζομαι, ἀναλογίζομαι, διαλογίζομαι, ἐκλογίζομαι, ἐπιλογίζομαι, καταλογίζομαι, λογίζομαι, παραλογίζομαι, προσλογίζομαι, συλλογίζομαι
  • Forms:
    • διαλογίζου
      • Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd sing
      • Verb: imp Mid/Pass ind 2nd sing
    • διαλογιζομένου Verb: Pres Mid/Pass part Gen sing masc
    • διαλογιζομένους Verb: Pres Mid/Pass part Acc Plur masc
    • διαλογίζῃ Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd sing
    • διαλογιεῖσθε Verb: Fut Mid Ind 2nd Plur
    • διαλογιοῦνται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
    • διαλογισάσθω Verb: Aor Mid Imperative 3rd Sing
    • διαλογίζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Deponent Infin
    • διαλογίζεσθε Verb: Pres Mid/Pass Deponent Ind 2nd Plur
    • διαλογιζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Deponent Part Nom Plur Masc
    • διαλογιζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • διαλογιζομένων Verb: Pres Mid/Pass Deponent part Gen Plur Masc
    • διαλογίζονται Verb: Pres Mid/Pass Deponent Ind 3rd Plur
    • διελογισάμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
    • διελογίσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • διελογίσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • διελογίζεσθε Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 2nd Plur
    • διελογίζετο Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 3rd Sing
    • διελογιζόμην Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
    • διελογίζοντο Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 3rd Plur
διαλογιζόμενοι
διαλογιζόμενος
διαλογιζομένου
διαλογιζομένους
διαλογιζομένων
διαλογίζονται
διαλογίζου
top
διαλογιοῦνται
διαλογισάσθω
διαλογισμοί
διαλογισμοῖς
διαλογισμόν
διαλογισμός
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • consideration, thought, opinion, reasoning, design, plan
    • the content of reflection or reasoning
    • doubt, dispute, argument, debate, discussion
    • conversation
  • Cognates: διαλογισμός, λογισμός, παραλογισμός συλλογισμός
  • Forms:
    • διαλογισμοί Noun: Nom Plur Masc
    • διαλογισμοῖς Noun: Dat Plur Masc
    • διαλογισμόν Noun: Acc Sing Masc
    • διαλογισμοῦ Noun: Gen Sing Masc
    • διαλογισμούς Noun: Acc Plur Masc
    • διαλογισμῷ Noun: Dat Sing Masc
    • διαλογισμῶν Noun: Gen Plur Masc
διαλογισμοῦ
διαλογισμούς
διαλογισμῷ
διαλογισμῶν
διαλοιδόρησις
διάλυε
  • Parse: Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • Root: διαλύω
διαλύεται
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass ind 3rd Sing
  • Root: διαλύω
διαλυθῇ
top
διαλυθήσεται
διαλῦον
  • Parse: Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
  • Root: διαλύω
διαλύοντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc sing masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc plur neut
  • Root: διαλύω
διαλῦσαι
διαλύσει
διαλύσεως
διάλυσις
διαλύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to break up, dissolve, split apart
      • to untie, come loose, loose from entanglement, destroy, put an end to, undo
      • to dissolve, consume
      • to end a personal relationship
      • to end
      • to relax
      • to disperse, scatter
    • Passive:
      • to be loosed, be freed from a bond
      • to be reconciled
      • to settle a quarrel
      • to decay
  • Cognates: ἀναλύω, ἀπολύω, διαλύω, ἐκλύω, ἐπιλύω, καταλύω, λύω, παραλύω, περιλύω, συλλύω, συναπολύω, ὑπολύω
  • Forms:
    • διαλύοντα
      • Verb: Pres Act Part Acc sing masc
      • Verb: Pres Act Part Nom/Acc plur neut
    • διαλύεται Verb: Pres Mid/Pass ind 3rd Sing
    • διαλέλυται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
    • διάλυε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • διαλῦον Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • διαλυθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διαλυθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαλῦσαι Verb: Aor Act Infin
    • διέλυεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διελύοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • διελύθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διελύσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur