διασαλεύθητι
διασαλεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to shake violently
    • to reduce to anarchy
  • Cognates: διασαλεύω, σαλεύω
  • Forms:
    • διασαλεύθητι Verb: Aor Pass Imp 2nd Sing
διασαφεῖ
διασαφέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to explain the meaning of
    • to state plainly
    • to instruct plainly
    • to make quite clear, show plainly
    • to clear thoroughly
    • to declare, tell unto, inform
  • Forms:
    • διασαφεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διασαφηθήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • διασαφῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • διασαφήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • διασάφησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διεσαφεῖτο Verb: Imp pass Ind 3rd Sing
    • διεσάφησα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διεσάφησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διεσάφησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διασαφηθήσεται
διασαφῆσαι
διασαφήσητε
διασάφησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • explanation, interpretation
    • act of explaining
    • publicly made known text
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιασάφησιςδιασαφήσεις
GENδιασαφήσεωςδιασαφήσεων
DATδιασαφήσειδιασαφήσεσι(ν)
ACCδιασάφησι(ν)διασαφήσεις
διασάφησον
διασείσητε
διασεισθέντες
διασείω
διασέσῳσμαι, διασέσωσμαι
διασεσῳσμένη, διασεσωσμένη
διασεσῳσμένοι, διασεσωσμένοι
διασεσῳσμένον, διασεσωσμένον
διασεσῳσμένος, διασεσωσμένος
διασέσωται
διασκεδάζει
διασκεδάζω, διασκεδάννυμι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to scatter abroad, disperse
      • to turn away from
      • to reject, erase, throw away
      • to break, cause to disintegrate
      • to confuse
      • to thwart, jeopardize, prevent successful conclusion of
    • Passive:
      • to be dispersed
  • Cognates: ἀποσκεδάζω, διασκεδάζω, κατασκεδάζω
  • Forms:
    • διασκεδάννυται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • διασκεδάσαι Verb: Aor Act Infin
    • διασκεδάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διασκεδάσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διασκεδάσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • διασκέδασον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διασκεδάσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • διασκεδασθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διασκεδασθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διασκεδάσω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • διασκεδάζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διεσκεδάσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • διεσκέδασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διεσκέδασεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεσκεδάσθαι Verb: Perf Mid Infin
    • διεσκέδασται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
διασκευάζω
διασκεδάννυται
διασκεδάσαι
διασκεδάσει
διασκεδάσεις
διασκεδάσῃς
διασκεδασθῇ
διασκεδασθήσεται
διασκέδασον
διασκεδάσουσιν
διασκεδάσω
διασκευή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιασκευή 
GEN  
DATδιασκευῇ 
ACCδιασκευήν 
διασκευῇ
διασκευήν
διασκιρτάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to leap about
    • to skip around
  • Cognates: διασκιρτάω, σκιρτάω
  • Forms:
    • διεσκίρτησαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
διασκορπιεῖ
διασκορπίζεις
διασκορπίζηται
διασκορπίζοντες
διασκορπίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to scatter abroad, disperse, strew, waste, dissipate, rout, separate
  • Cognates: σκορπίζω
  • Forms:
    • διασκορπιεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διασκορπίσαι Verb: Aor Act Infin
    • διασκορπίσαντα Verb: Aor Act Part Nom Plur Neut
    • διασκορπίσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • διασκορπίσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διασκορπίσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • διασκόρπισον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διασκορπισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διασκορπισθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • διασκορπισθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • διασκορπισθήτωσαν Verb: Aor Pass Imp 3rd Plur
    • διασκορπιῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διασκορπίζεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
    • διασκορπίζηται Verb: Pres Pass Subj 3rd Sing
    • διασκορπίζοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διασκορπίζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διεσκόρπισα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διεσκόρπισας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διεσκορπίσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
    • διεσκόρπισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεσκόρπισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεσκορπισμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • διεσκορπισμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Neut
    • διεσκορπίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεσκορπίσθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διεσκορπίσθητε Verb: Aor Pass Ind 2nd Plur
διασκορπίζων
διασκορπίσαι
διασκορπίσαντα
διασκορπίσατε
διασκορπίσεις
διασκορπίσῃ
διασκορπισθήσεται
διασκορπισθήσονται
διασκορπισθῆτε
διασκορπισθήτωσαν
διασκορπισμόν
διασκορπισμός
Masculine
 SingularPlural
NOMδιασκορπισμός 
GEN  
DATδιασκορπισμῷ 
ACCδιασκορπισμόν 
διασκορπισμῷ
διασκόρπισον
διασκορπιῶ
δίασμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: warp (in a loom), web
  • Forms:
Neuter
 SingularPlural
NOMδίασμαδιάσματα
GENδιάσματοςδιασμάτων
DATδιάσματιδιάσμασι(ν)
ACCδίασμαδιάσματα
διάσματι
διάσματος
διάσπα
διασπαράξωσιν
διασπαράσσω
διασπαρέντες
διασπαρῇ
διασπαρῆναι
διασπαρήσεσθε
διασπάρητε
διασπάσαι
διασπάσει
διασπασθῇ
διασπασμόν
διασπασμός
Masculine
 SingularPlural
NOMδιασπασμός 
GEN  
DAT  
ACCδιασπασμόν 
διασπᾶται
διασπάω
διασπεῖραι
διασπείρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to scatter abroad, spread around, throw about, disperse
  • Cognates: διασπείρω, ἐπισπείρω, κατασπείρω, σπείρω
  • Forms:
    • διεσπαρμένοις Verb: Perf mid/Pass Part Dat Plur Masc/Neut
    • διασπείρω Verb: Aor Act Subj 1st Sing
    • διασπαρῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διασπαρήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • διασπάρητε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • διασπεῖραι Verb: Aor Act Infin
    • διασπερεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διεσπάρη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεσπαρμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    • διεσπαρμένον Verb: Perf Mid Part Nom Sing Neut
    • διεσπαρμένος Verb: Perf Mid Part Nom Sing Masc
    • διεσπαρμένους Verb: Perf Mid Part Acc Plur Masc
    • διέσπειρα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διέσπειρας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διασπαρέντες Verb: 2Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • διασπαρῆναι Verb: 2Aor Acc Plur Neut
    • διασπερῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διεσπάρησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διέσπειρεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
διασπείρω
διασπερεῖ
διασπερῶ
διασπορά
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • the action of dispersing (people) away from their national boundaries
    • the land where someone has been dispersed away from his national boundaries
    • a group of people dispersed away from their national boundaries
    • dispersion, diaspora, (which are) scattered (abroad)
  • Cognates: διασπορά, σπορά
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιασπορά 
GENδιασπορᾶς 
DATδιασπορᾷ 
ACCδιασποράνδιασπορᾶς
διασπορᾷ
διασποράν
διασπορᾶς
διασποράς
διασπορπίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to scatter abroad, disperse, strew, waste, dissipate, rout, separate
  • Cognates: σκορπίζω
  • Forms:
    • διεσπόρπισε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεσπόρπισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διασπῶμεν
διασταλήσεται
διασταλήσονται
διαστάλητε
διάσταλμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: distinguishing
διαστάλσεις
διάσταλσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • exact provisions made in a treaty
    • arrangement, compact, pact, treaty
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιάσταλσιςδιαστάλσεις
GEN  
DAT  
ACC  
διαστάσης
διάστασιν
διάστασις
Feminine
 SingularPlural
NOMδιάστασιςδιαστάσεις
GENδιαστάσεωςδιαστάσεων
DATδιαστάσειδιαστάσεσι(ν)
ACCδιάστασι(ν)διαστάσεις
διαστεῖλαι
διαστείλας
διαστείλασθαι
διαστείλῃ
διάστειλον
διαστελεῖ
διαστελεῖς
διαστελεῖσθε
διαστελεῖτε
διαστέλλειν
διαστέλλομαι
διαστελλόμενον
διαστέλλουσα
διαστέλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to separate, draw apart, set apart
      • to make a distinction
      • to expand, take apart (e.g., exegete)
      • to dispel, disperse
      • to state precisely, spell out (terms)
      • to name (one's demands or wages)
      • to distinguish, define, determine, select
      • to put asunder, tear open
      • to discharge (an obligation)
      • to define, teach
    • Middle:
      • to give express orders
      • to charge, order, give orders, command
      • to set aside
    • Passive:
      • to be separated from
      • to be sent away
      • to be set apart
      • to be divided
      • to be structured
  • Cognates: ἀναστέλλω, ἀνταποστέλλω, ἀποδιαστέλλω, ἀποστέλλω, διαστέλλω, ἐπαποστέλλω, ἐπιστέλλω, ἐξαποστέλλω, καταστέλλω, περιστέλλω, προεξαποστέλλω, προσαποστέλλω, στέλλω, συναποστέλλω, συστέλλω, ὑποστέλλω
  • Forms:
    • διαστέλλων Verb: Pres/Aor Act Part Nom Sing Masc
    • διασταλήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διασταλήσονται Verb: Fut pas Ind 3rd Plur
    • διαστάλητε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • διαστεῖλαι Verb: Aor Act Infin
    • διαστείλας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • διαστείλασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • διαστείλῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • διάστειλον Verb: 1Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διαστελεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διαστελεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διαστελεῖσθε Verb: Fut Mid Ind 2nd Plur
    • διαστελεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
    • διαστέλλειν Verb: Pres Act Infin
    • διαστέλλομαι Verb: Pres Middle Ind 1st Sing
    • διαστέλλουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • διαστελοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • διαστελῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διεστάλη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεστάλησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διεσταλμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • διεσταλμένον Verb: Pluperfect pass Part Acc Sing Masc
    • διέστειλα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διεστειλάμεθα Verb: Aor Mid Ind 1st Plur
    • διέστειλαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διέστειλας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διεστείλατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • διέστειλεν Verb: 1Aor Mid Ind 3rd Sing
    • διεστείλω Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
    • διαστελλόμενον Verb: Pres Pass Part Acc Sing Neut
    • διέστελλεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διεστέλλετο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
    • διέστελλον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
διαστέλλων
διαστελοῦσιν
διαστελῶ
διάστημα
Neuter
 SingularPlural
NOMδιάστημαδιαστήματα
GENδιαστήματοςδιαστημάτων
DATδιαστήματιδιαστήμασι(ν)
ACCδιάστημαδιαστήματα
διαστήματι
διαστήματος
διαστημάτων
διαστήσαντες
διαστήσεις
διαστήσῃς
διαστολή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαστολή 
GENδιαστολῆς 
DAT  
ACCδιαστολήν 
διαστολήν
διαστολῆς
διαστράπτον
διαστράπτω
διαστραφῇ
διαστραφήσεσθε
διαστραφῶσιν
διαστρέφειν
διαστρέφετε
διαστρέφοντα
διαστρέφοντες
διαστρέφω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to turn, carry around
      • to divert from, distract, turn from, mislead, turn away
      • to distort, pervert, corrupt, make crooked, twist
      • to twist about, change one's view
      • to misinterpret
      • to cause disruptions for, foul up things for someone
    • Middle:
      • to turn back
    • Passive:
      • to be distorted
      • to be perverse, perverted
      • to be twisted
  • Cognates: ἀναστρέφω, ἀποστρέφω, διαστρέφω, ἐκστρέφω, ἐπαναστρέφω, ἐπιστρέφω, ἐπισυστρέφω, καταστρέφω, μεταστρέφω, περιστρέφω, στρέφω, συναναστρέφω, συστρέφω, ὑποστρέφω
  • Forms:
    • διαστραφῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διαστραφήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • διαστραφῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
    • διαστρέφειν Verb: Pres Act Infin
    • διαστρέφετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • διαστρέφοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • διαστρέφοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διαστρέφων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διαστρέψαι Verb: Aor Act Infin
    • διαστρέψει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διαστρέψεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διαστρέψῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • διεστράφησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διεστραμμένα Verb: Perf Pass Part Acc Plur Neut
    • διεστραμμέναι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Fem
    • διεστραμμένας Verb: Perf Mid Part Acc Plur Fem
    • διεστραμμένη Verb: Perf Pass Part Nom Sing Fem
    • διεστραμμένῃ Verb: Perf Pass Part Dat Sing Fem
    • διεστραμμένης Verb: Perf Pass Part Gen Sing Fem
    • διεστραμμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Neut
    • διεστρέφετε Verb: Imp Act Ind 2nd Plur
    • διέστρεφον Verb: Imp Act Ind 1st Sing
    • διέστρεψαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διέστρεψεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διαστρέφων
διαστρέψαι
διαστρέψει
διαστρέψεις
διαστρέψῃ
διαστροφή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαστροφή 
GEN  
DATδιαστροφῇ 
ACC  
διαστροφῇ
διαστρώννυμι
διασυρίζον
διασυρίζω
διασφαγαί
διασφαγή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιασφαγήδιασφαγαί
GEN  
DAT  
ACC  
διασφάλλω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to overturn utterly, frustrate
      • not to succeed in attaining
    • Passive:
      • to be disappointed in (something)
  • Cognates: διασφάλλω, ἐπισφάλλω, σφάλλω
  • Forms:
    • διεσφαλμένος Verb: Perf Mid Part Nom Sing Masc
διασχίζω
διασῴζει
διασώζεσθαι, διασῴζεσθαι
διασῴζεται
διασώζῃ
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
  • Root: διασῴζω
διασῳζόμενοι, διασωζόμενοι
διασῳζόμενον, διασωζόμενον
διασῳζόμενος, διασωζόμενος
διασῳζομένων, διασωζομένων
διασῴζονται
διασῴζουσα
διασῴζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to preserve, save, deliver
      • to save out of difficulty
      • to preserve, maintain, keep safe
    • Passive:
      • to come safe through
      • to come safe to
      • to be spared something unpleasant
      • to escape from
  • Cognates: ἀνασῴζω, διασῴζω, ἐκσῴζω, σώζω
  • Forms:
    • διασώζεσθαι, διασῴζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass infin
    • διασώσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd plur
    • διασέσῳσμαι Verb: Perf Mid Ind 1st Sing
    • διασεσῳσμένη Verb: Perf Pass Part Nom Sing Fem
    • διασεσῳσμένοι Verb: Perf Pass Part Nom Plur Masc
    • διασεσῳσμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
    • διασεσῳσμένος Verb: Perf Mid Part Nom Sing Masc
    • διασέσωται Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
    • διασωθείη Verb: Aor Pass opt 3rd Sing
    • διασωθείς Verb: Aor Pass Part Nom Sing Masc
    • διασωθέντι Verb: Aor Pass Part Dat Sing Masc
    • διασωθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διασωθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • διασωθήσεσθε Verb: Fut Pass Ind 2nd Plur
    • διασωθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διασωθήσομαι Verb: Fut Pass Ind 1st Sing
    • διασωθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • διασωθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • διασώθητι Verb: Aor Pass Imp 2nd Sing
    • διασωθῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
    • διασώσαντι Verb: Aor Act Part Dat Sing Masc
    • διασωσάτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
    • διασώσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διασώσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • διασώσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διασώσωσι Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • διασώσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • διασῴζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διασῴζεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • διασῳζόμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • διασῳζόμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
    • διασῳζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc
    • διασῳζομένων Verb: Pres Mid/Pass Part Gen Plur Masc
    • διασῴζονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • διασῴζουσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • διασῴζων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διεσώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεσώθημεν Verb: Aor Pass Ind 1st Plur
    • διεσώθην Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
    • διεσώθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διέσωσα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διέσωσεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεσῴζοντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
    • διασωθέντα Verb: Aor Pass Part Acc Sing Masc
    • διασωθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • διασωθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διασῶσαι
      • Verb: Aor Act Infin
      • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
      • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • διασώσαι Verb: Aor Act Infin; Verb: Aor Act Opt 3rd Sing; Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
    • διασώζῃ
      • Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd Sing
διασῴζων
διασωθείη
διασωθείς
διασωθέντα
διασωθέντες
διασωθέντι
διασωθῇ
διασωθῆναι
διασωθῇς
διασωθήσεσθε
διασωθήσεται
διασωθήσομαι
διασωθήσονται
διασωθῆτε
διασώθητι
διασωθῶσιν
διασῶσαι
διασώσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
    • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
  • Root: διασῴζω
διασώσαντι
διασώσατε
διασωσάτω
διασώσει
διασώσῃ
διασώσω
διασώσωσι
διασώσωσιν