διαχέηται
διαχειρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to confiscate (propert)
    • to lay violent hands on, kill, murder, handle, slay
  • Cognates: διαχειρίζω, ἐγχειρίζω, προχειρίζω, χειρίζω
  • Forms:
    • διαχειρίζομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • διαχειρίσασθαι Verb: Aor Mid Infin
    • διεχειρίσασθε Verb: Aor Mid Ind 2nd Plur
διαχειρίζομαι
διαχειρίσασθαι
διαχεῖται
διαχεομένης
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Part Gen Sing Fem
  • Root: διαχέω
διαχέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to scatter, disperse, spread throughout, quarter, cut up in pieces
      • to spread widely, diffuse
    • Middle:
      • to relax and enjoy thoroughly
      • to spread broadly through a space
    • Passive:
      • to permeate
  • Cognates: ἀποχέω, διαχέω, ἐγχέω, ἐκχέω, ἐπεκχέω, ἐπιχέω, καταχέω, μεταχέω, παραχέω, περιχέω, προσχέω, ὑπερχέω, ὑπερεκχέω, χέω
  • Forms:
    • διαχέηται Verb: Pres Pass Subj 3rd Sing
    • διαχεῖται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • διαχεομένης Verb: Pres Mid/Pass Part Gen Sing Fem
    • διαχυθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διαχυθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαχυθήσομαι Verb: Fut Pass Ind 1st Sing
    • διαχυθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • διακεχυμένοι Verb: Perf Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • διακέχυται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
    • διέχεας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διεχεῖτο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
    • διεχύθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
διαχλευάζοντες
διαχλευάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to deride, mock, deceive
  • Cognates: χλευάζω
  • Forms:
    • διαχλευάζοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
διαχρίω
διάχρυσος
top
διαχρύσους
διαχρύσῳ
διαχυθῇ
διαχυθήσεται
διαχυθήσομαι
διαχυθήσονται
διαχύσει
διάχυσις
διαχωρέω
διαχωρίζει
διαχωρίζειν
διαχωρίζεσθαι
διαχωρίζομαι
διαχωρίζον
διαχωρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to regard and declare as different and separate
      • to separate out
      • to separate from one another
      • to separate, part, depart, divide, distinguish
    • Middle:
      • to part company
  • Cognates: ἀποχωρίζω, διαχωρίζω, ἐκχωρίζω, καταχωρίζω, χωρίζω
  • Forms:
    • διακεχωρισμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    • διακεχωρισμένος Verb: Perf Mid Part Nom Sing Masc
    • διακεχωρισμένων Verb: Perf Pass Part Gen Plur Masc
    • διαχωρίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διαχωρίζειν Verb: Pres Act Infin
    • διαχωρίζεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • διαχωρίζομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • διαχωρίζον Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
    • διαχωρίσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • διεχώρισεν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
    • διαχωρισθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διεχωρίσθησαν Verb: Aor Pass Imperative 3rd Plur
    • διαχωρισθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαχωρίσθητι Verb: Aor Pass Imperative 2nd Sing
    • διαχώρισον Verb: 1Aor Act Imperative 2nd Sing
top
διαχωρίσατε
διαχωρισθῆναι
διαχωρισθήσεται
διαχωρίσθητι
διαχώρισον