διαδεξάμενοι
διαδεξάμενον
διαδέξωνται
διαδέχεσθαι
διαδέχεται
διαδέχομαι
διαδεχόμενον
διαδεχόμενος
διαδεχομένους
διαδέω
διάδηλοι
διάδηλος
διαδήλους
διάδημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: diadem, crown; a band around the τιάρα
  • Cognates: διάδημα, ὑπόδημα
  • Forms:
    • διαδήματα Noun: Nom/Acc Plur Neut
    • διαδήματι Noun: Dat Sing Neut
    • διαδήματος Noun: Gen Sing Neut
διαδήματα
διαδήματι
διαδήματος
διαδιδούσης
διαδιδράσκω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to run off, get away, escape, flee, run away
  • Cognates: ἀποδιδράσκω
  • Forms:
    • διαδράς Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • διεδίδρασκον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
διαδίδωμι
διαδίδωσιν
διαδιδώσουσιν
διαδοθείσης
διάδος
διάδοτε
διαδοῦναι
διαδοχή
διαδοχήν
διάδοχοι
διάδοχον
διάδοχος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • a successor in office, deputy
    • succeeding
  • Cognates: διάδοχος, ξενοδόχος
  • Forms:
    • διαδόχων Noun: Gen Plur Masc
    • διάδοχοι Noun: Nom Plur Masc
    • διάδοχον Noun: Acc Sing Masc
    • διαδόχου Noun: Gen Sing Masc
    • διαδόχους Noun: Acc Plur Masc
διαδόχου
διαδόχους
διαδόχων
διαδράμῃ
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • Verb: Aor Mid/Pass Subj 2nd Sing
  • Root: διατρέχω
διαδραμοῦνται
διαδράς
διαδύνω
διαδώσει
διαδώσουσιν