διαιρεθήσεται
διαιρεθῶσιν
διαιρεῖται
διαιρέσεις
διαιρέσεσιν
διαιρέσεως
διαίρεσιν
διαίρεσις
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαίρεσιςδιαιρέσεις
GENδιαιρέσεωςδιαιρέσεων
DATδιαιρέσειδιαιρέσεσι(ν)
ACCδιαίρεσι(ν)διαιρέσεις
διαιρετός
διαιρέω
  • Present
  • διαιρεῖται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • διαιρούμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
  • διαιροῦν Verb: Pres Act Part Nom Sing Neut
  • διαιρῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • Future
  • διαιρεθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • διελεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • διελεῖσθε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • διελεῖται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • διελεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • διελοῦνται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
  • διελοῦσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • διελεῖν Verb: Fut Act Infin
  • Aorist
  • διαιρεθῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
  • διείλαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
  • διεῖλεν Verb: 2Aor Act Ind 3rd Sing
  • διεῖλον Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • διελέσθαι Verb: Aor Mid Infin
  • διέλετε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • διέλῃς Verb: 2Aor Act Subj 2nd Sing
  • διῃρέθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • διῃρέθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • διελεῖν Verb: Aor Act Infin
  • Perfect
  • διῃρημένη Verb: Perf Mid Part Nom Sing Fem
  • διῄρηται Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
διαιρούμενοι
διαιροῦν
διαιρῶν
δίαιτα
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a way of life, livelihood
    • food, diet
    • habitation, dwelling, abode
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδίαιταδίαιται
GENδιαίτης$ῶν
DATδιαίτῃδιαίταις
ACCδίαιτανδίαιτας
VOCδίαιταδίαιται
διαίταις
δίαιταν
διαιτάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to regulate, govern, moderate
      • to keep under control
    • Middle/Passive:
      • to subject
      • to have a dwelling
      • to lead one's life
      • to live
  • Cognates: διαιτάω, ἐκδιαιτάω
  • Forms:
    • διαιτηθήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • διῃτῶντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
διαιτέω
διαίτῃ
διαιτηθῆναι
διαιτηθήσεται
διαίτης