διΐ
  • Parse: Noun: Dat Sing Masc
  • Root: ζεύς
διίημι, διΐημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to spread (wings), unfurl
    • to let go of
    • to blow through
  • Forms:
    • διείς Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
διικνείσθω
διϊκνέομαι
διϊκνούμενος
διίπταμαι
διϊπτάντος
διΐστημι, διίστημι
διίστησιν
διϊστορέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to examine carefully
top
διϊστῶσιν, διιστῶσιν
διϊσχυρίζετο
διϊσχυρίζομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Deponent Ind 1st Sing
  • Meaning: to insist, maintain firmly
  • Forms:
    • διϊσχυρίζετο Verb: Imp Mid/Pass Deponent Ind 3rd Sing