διαυγάζω
διαυγάσῃ
διαυγής
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: transparent, lit.: diaphanous
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMδιαυγήςδιαυγές
GENδιαυγοῦς
DATδιαυγεῖ
ACCδιαυγῆδιαυγές
Plural
 MascFemNeut
NOMδιαυγεῖςδιαυγῆ
GENδιαυγῶν
DATδιαυγέσι(ν)
ACCδιαυγεῖςδιαυγῆ
διαυλίζω