διαπαντός
  • Parse: Adverb
  • Meaning: through all time, always, continually, constantly
διαπαρατηρέω
διαπαρατριβαί
διαπαρατριβή
διαπαρθενεύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to deflower (a maiden), seduce
    • Passive:
      • to lose one's virginity
  • Forms:
    • διεπαρθενεύθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διεπαρθένευσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
διαπαύσετε
διαπαύσῃ
διαπαύω
διαπειλέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to threaten forcefully
    • Middle:
      • to threaten violently, threaten severely
  • Cognates: ἀπειλέω, διαπειλέω, προσαπειλέω
  • Forms:
    • διαπειλησάμενοι Verb: Aor Mid Part Nom Plur Masc
    • διαπειλήσῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • διηπειλεῖτο Verb: Imp Mid Ind 3rd Sing
διαπειλησάμενοι
top
διαπειλήσῃ
διαπειράζεις
διαπειράζω
διαπείραντες
διαπείρω
διαπέμπεται
διαπέμπω
διαπεμφθῆναι
διαπεμψάμενος
διαπεμψαμένων
διαπέμψασθε
top
διαπεπετακότα
διαπεπετασμένα
διαπεπετασμέναι
διαπεπετασμένων
διαπεπτωκότα
διαπεπτωκότες
διαπερᾶσαι
διαπεράσαντες
διαπεράσαντος
διαπεράσει
διαπεράσομεν
διαπεράω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to go over, go across, pass over, sail over, cross over, pass through, traverse
    • to sail over
  • Cognates: διαπεράω, ἐκπεράω, περάω
  • Forms:
    • διαπερᾶσαι Verb: Aor Act Infin
    • διαπεράσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • διαπεράσαντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc
    • διαπεράσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διαπεράσομεν Verb: Fut Act Ind 1st Plur
    • διαπερῶν Verb: Pres Act Part Acc Sing Neut
    • διαπερῶντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διαπερῶσιν Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • διεπέρασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διεπέρασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεπέρασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διαπερῶν
διαπερῶντες
top
διαπερῶσιν
διαπεσεῖν
διαπεσεῖται
διαπέσῃ
διαπέσητε
διαπετάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to stretch out, unfold (as petals of a flower unfold)
    • to open and spread out
  • Cognates: ἀναπετάζω, διαπετάζω, ἐκπετάζω
  • Forms:
    • διαπεπετακότα Verb: Perf Act Part Nom Plur Neut
    • διαπεπετασμένα Verb: Perf Mid Part Acc Plur Neut
    • διαπεπετασμέναι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Fem
    • διαπεπετασμένων Verb: Perf Mid part Gen Plur Masc
    • διαπετάσασα Verb: Aor Act Part Nom Sing Fem
    • διαπετάσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • διεπέτασα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • διεπετάσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
    • διεπέτασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διαπετάννυμι
διαπετάσασα
διαπετάσῃ
διαπεφεύγασιν
διαπεφευγότα
διαπεφευγώς
διαπεφυλαγμένη
διαπεφωνήκαμεν
top
διαπεφώνηκεν
διαπίπτειν
διαπίπτουσαν
διαπίπτω
διαπίπτων
διαπλανάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to mislead completely
  • Forms:
    • διεπλάνα Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
διαπλατύνηται
διαπλατύνω
διαπλεύσαντες
διαπλέω
διαπληκτίζομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to fight with the hands with each other
    • to spar with, skirmish with, fight
  • Cognates: διαπληκτίζομαι, πληκτίζομαι
  • Forms:
    • διαπληκτιζομένους Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
διαπληκτιζομένους
top
διαπνεύσῃ
διάπνευσον
διαπνέω
διαπονέομαι
διαπονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to work out
      • to endeavour assiduously
      • to elaborate
      • to labour, toil through
      • to be worried, be grieved
    • Passive:
      • to be worn out
      • to get physically tired
      • to be disturbed, annoyed
  • Cognates: διαπονέω, καταπονέω, πονέω, συμπονέω, φιλοπονέω
  • Forms:
    • διαπονέομαι Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • διαπονηθείς Verb: Aor Mid Part Nom Sing Masc
    • διαπονηθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαπονούμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
    • διαπονοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
διαπονηθείς
διαπονηθήσεται
διαπονούμενοι
διαπονοῦντες
διαπορεῖσθαι
διαπορεύεσθαι
top
διαπορευέσθω
διαπορεύεται
διαπορεύηται
διαπορευθείς
διαπορεύομαι
διαπορευόμενα
διαπορευομένης
διαπορευόμενοι
διαπορευόμενον
διαπορευόμενος
διαπορευομένου
διαπορευομένους
διαπορευομένων
top
διαπορεύονται
διαπορεύου
διαπορεύσεται
διαπορέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be totally confused, be in doubt, be very perplexed
  • Cognates: ἀπορέω, διαπορέω, ἐξαπορέω
  • Forms:
    • διαπορῇ
      • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd sing
      • Verb: Pres Act subj 3rd Sing
    • διαπορεῖσθαι Verb: Pres Pass Infin
    • διηπόρει Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διηπόρουν Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • διηποροῦντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
διαπορῇ
  • Parse:
    • Verb: Pres Mid/Pass Ind/Subj 2nd sing
    • Verb: Pres Act subj 3rd Sing
  • Root: διαπορέω
διαπραγματεύομαι
διαπραξάμενοι
διάπρασις
διαπράσσω
διαπρεπεῖς
διαπρεπής
top
διαπρέπω
διαπρίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to saw quite through, saw asunder. Also see πρίζω
  • Cognates: πρίζω
  • Forms:
    • διέπρισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διαπρίω
διαπτώσεως
διάπτωσις
διάπυρον
διάπυρος
διαπυρούμενος
διαπυρόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to subject someone to intense effect of something (like thirst)
      • to set on fire, burn with
    • Passive:
      • to be consumed with thirst
  • Cognates: διαπυρόω, ἐκπυρόω, προσπυρόω, πυρόω
  • Forms:
    • διαπυρούμενος Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Sing Masc