διαταγάς
διαταγείς
διαταγή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • command, ordinance
    • content, purport, implication, disposition
    • arrangement, direction, institution, instrumentality
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαταγήδιαταγαί
GENδιαταγῆςδιαταγῶν
DATδιαταγῇδιαταγαῖς
ACCδιαταγήνδιαταγάς
VOCδιαταγήδιαταγαί
διαταγῇ
διαταγήν
διάταγμα
Neuter
 SingularPlural
NOMδιάταγμαδιατάγματα
GENδιατάγματοςδιαταγμάτων
DATδιατάγματιδιατάγμασι(ν)
ACCδιάταγμαδιατάγματα
διατάγματα
διατάγματος
διαταγμάτων
διαταξάμενος
διαταξαμένου
διατάξας
διατάξει
διατάξεις
διατάξεως
διάταξιν
διάταξις
Feminine
 SingularPlural
NOMδιάταξιςδιατάξεις
GENδιατάξεωςδιατάξεων
DATδιατάξειδιατάξεσι(ν)
ACCδιάταξινδιατάξεις
διατάξομαι
διάταξον
διαταράσσω
διατάσσομαι
διατασσόμενα
διατάσσω
  • Present
  • διατάσσωμαι Verb: Pres Mid/Pass Subj 1st Sing
  • διατασσόμενα Part: Pres Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
  • διατάσσομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
  • διατάσσων Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • διέτασσον
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • διατάξεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • διατάξομαι Verb: Fut Mid Ind 1st Sing
  • Aorist
  • διαταχθέντα Part: Aor Pass Nom/Acc Plur Neut
  • διαταγείς Part: 2Aor Pass Nom Sing Masc
  • διαταξάμενος Part: Aor Mid Nom Sing Masc
  • διαταξαμένου Part: Aor Mid Gen Sing Masc
  • διατάξας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • διάταξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • διέταξα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • διεταξάμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
  • διέταξας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • διετάξατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • διετάξατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
  • διέταξε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • διέταξε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • διετάξω Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
  • Perfect
  • διατέτακται Verb: Perf Mid/Pass ind 3rd Sing
  • διατεταχέναι Verb: Perf Act Infin
  • διατεταγμένα Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
  • διατεταγμέναι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Fem
  • διατεταγμένας Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Fem
  • διατεταγμένη Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Fem
  • διατεταγμένην Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Fem
  • διατεταγμένοι Part: Perf Mid/Pass Nom Plur Masc
  • διατεταγμένον
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
  • διατεταγμένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
  • διατεταγμένους Part: Perf Mid/Pass Acc Plur Masc
διατάσσωμαι
διατάσσων
διαταχθέντα
διατείνας
διατείνει
διατείνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to continue
    • to stretch to the uttermost
    • to extend, extend as far as
    • to reach
  • Forms:
    • διατείνας Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • διατείνει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διατενεῖς Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διατεταμένων Part: Perf Mid/Pass Gen Plur MFN
    • διέτειναν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
διατελεῖν
διατελεῖτε
διατελέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to continue, remain, bring to a full end, accomplish, persist
  • Cognates:

    ἀποτελέω, διατελέω, ἐκτελέω, ἐντελέω, ἐπιτελέω, συντελέω, τελέω

  • Forms:
    • διατελεῖν Verb: Pres Act Infin
    • διατελεῖτε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
    • διετελεῖτε Verb: Imperfect Act Ind 2nd Plur
    • διετέλεσα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
    • διετέλεσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • διετέλουν
      • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
      • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
διατενεῖς
διατεταγμένα
διατεταγμέναι
διατεταγμένας
διατεταγμένη
διατεταγμένην
διατεταγμένοι
διατεταγμένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
  • Root: διατάσσω
διατεταγμένος
διατεταγμένους
διατέτακται
διατεταμένων
διατεταχέναι
διατετηρημένον
  • Parse:
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
  • Root: διατηρέω
διατετραμμένα
διατετραμμένη
διατήκω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to melt away, soften by heat
    • to cause to melt and disappear
  • Forms:
    • διετάκη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
διατηρεῖ
διατηρέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to take care of (temporarily, like a wet nurse)
    • to maintain (without abandoning or annulling)
    • to preserve, cause to remain as
    • to adhere (to an injunction)
    • to cleave to and not let go of
    • to guard (against danger), keep, treasure, secure
    • to retain in memory
    • to allow to survive
    • to sustain
    • to watch closely, observe, obey, avoid wholly
  • Cognates:

    διαπαρατηρέω, διατηρέω, ἐπιτηρέω, παρατηρέω, συντηρέω, τηρέω

  • Forms:
  • Present
  • διατηρεῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • διατηροῦντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • διατηροῦσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • διατηρῶν Part: Pres Act Nom Sing Masc
  • Imperfect
  • διετήρει Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • διατηρήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • διατηρήσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • διατηρήσετε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
  • Aorist
  • διατηρήσαις
    • Verb: Aor Act Opt 2nd Sing
    • Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • διατηρήσας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • διατήρησόν Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • διετηρήθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
  • διετηρήθης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
  • διετήρησε(ν) Verb: 1Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
  • διατετηρημένον
    • Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
    • Part: Perf Mid/Pass Acc Sing Masc
διατηρήσαις
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Opt 2nd Sing
    • Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • Root: διατηρέω
διατηρήσας
διατηρήσει
διατηρήσεις
διατηρήσετε
διατήρησιν
διατήρησις
Feminine
 SingularPlural
NOMδιατήρησιςδιατηρήσεις
GENδιατηρήεωςδιατηρήσεων
DATδιατηρήσειδιατηρήσεσι(ν)
ACCδιατήρησινδιατηρήσεις
διατήρησον
διατηροῦντες
διατηροῦσιν
διατηρῶν
διατί
  • Parse: Preposition
  • Meaning: why?
διατίθεμαι
διατιθέμεθα
διατιθεμένους
διατίθεται
διατίθημι
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to treat (e.g., to treat with fairness)
      • to decree, ordain, establish
      • to deal with, handle
      • to make a covenant; make a treaty
      • to assign, confer (something)
      • to place separately, arrange
      • to dispose of property by a will, make a will
    • Middle:
      • to conclude (an agreement)
      • to accept and submit oneself to something as binding
      • to treat
      • to put together into a coherent whole
      • to establish (a law)
      • to impose authoritatively
      • to bring someone into a certain state of mind
  • Forms:
  • Present
  • διατιθεμένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
  • διατιθέμεθα Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Plur
  • διατίθεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
  • Imperfect
  • Future
  • διαθήσεσθε Verb: Fut Mid Ind 2nd Plur
  • διαθήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • διαθήσῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
  • διαθησόμεθα Verb: Fut Mid Ind 1st Plur
  • Aorist
  • διάθηται Verb: Aor Mid/Pass subj 3rd Sing
  • διαθέσθαι Verb: Aor Mid Infin
  • διάθεσθε Verb: Aor Mid Imperative 2nd Plur
  • διάθησθε Verb: Aor Mid Subj 2nd Plur
  • διάθου Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
  • διαθῶ Verb: Aor Act Subj 1st Sing
  • διαθῶμαι Verb: Aor Mid Subj 1st Sing
  • διαθώμεθα Verb: Aor Mid Subj 1st Plur
  • διεθέμην Verb: Aor Mid Ind 1st Sing
  • διέθεντο Verb: Aor Mid Imperative 3rd Plur
  • διέθηκε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • διέθου Verb: Aor Mid Ind 2nd Sing
  • Perfect
διατίλλω
διατόνια
διατόνιον
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • beam, traverse
    • curtain-ring, curtain-hook, clasp
  • Forms:
    • διατόνια Noun: Nom/Acc Plur Neut
διατοῦτο
  • Parse: Conjunction
  • Note: Combination ofδιὰ + τοῦτο
  • Meaning:
    • because of this, therefore
διατραφῇ
διατραφήσεται
διατρέπω
διατρέπων
διατρέφειν
διατρέφω
  • Present
  • διατρέφειν Verb: Pres Act Infin
  • διατροφήν Verb: Pres Act Infin
  • Imperfect
  • διέτρεφε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • Future
  • διαθρέψει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • διαθρέψεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • διαθρέψω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • διατραφήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
  • Aorist
  • διαθρέψαι Verb: Aor Act Infin
  • διατραφῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
  • διέθρεψας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • διέθρεψε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • διετράφησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
  • Perfect
διατρέχουσαι
διατρέχω
διατριβαί
διατριβαῖς
διατρίβετε
διατριβή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιατριβήδιατριβαί
GENδιατριβῆςδιατριβῶν
DATδιατριβῇδιατριβαῖς
ACCδιατριβήνδιατριβάς
VOCδιατριβήδιατριβαί
διατριβῆς
διατρίβοντες
διατρίβουσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act ind 3rd plur
    • Verb: Aor Pass subj 3rd plur
    • Part: Pres Act Dat Plur Masc/Neut
  • Root: διατρίβω
διατρίβω
  • Present
  • διατρίβουσι(ν)
    • Verb: Pres Act ind 3rd plur
    • Part: Pres Act Dat Plur Masc/Neut
  • διατρίβετε Verb: Pres Act Ind 2nd Plur
  • διατρίβοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • Imperfect
  • διέτριβε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • διέτριβον
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • διατρίψει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • διατρίψουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • Aorist
  • διατρίβουσι(ν) Verb: Aor Pass subj 3rd plur
  • διατριβῆς Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
  • διατρῖψαι Verb: Aor Act Infin
  • διατρίψας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • διετρίψαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Plur
  • διέτριψαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • διέτριψε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • Perfect
διατρῖψαι
διατρίψας
διατρίψει
διατρίψουσι(ν)
διατροφάς
διατροφή
Feminine
 SingularPlural
NOMδιατροφήδιατροφαί
GENδιατροφῆςδιατροφῶν
DATδιατροφῇδιατροφαῖς
ACCδιατροφήνδιατροφάς
VOCδιατροφήδιατροφαί
διατροφήν
διατυπόω