διμερής
  • Parse: Adj: Nom Sing Fem
  • Meaning: bipartite, in two parts
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMδιμερήςδιμερές
GENδιμεροῦς
DATδιμερεῖ
ACCδιμερῆδιμερές
Plural
 MascFemNeut
NOMδιμερεῖςδιμερῆ
GENδιμερῶν
DATδιμερέσι(ν)
ACCδιμερεῖςδιμερῆ
δίμετρον