δικάζειν
δικάζεσθε
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Plur
  • Root: δικάζω
δικαζέσθω
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Imperative 3rd Sing
  • Root: δικάζω
δικάζηται
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
  • Root: δικάζω
δικαζόμενον
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
  • Root: δικάζω
δικάζονται
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
  • Root: δικάζω
δικάζου
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
  • Root: δικάζω
δικάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to judge, rule
      • to pass judgment on, condemn
      • to sit in judgment and consider a case of
      • to pronounce judgment, mete out justice to
      • to decide
      • to uphold a just cause
    • Middle:
      • to plead one's cause
      • to contend in a court
      • to go to law
  • Cognates: δικάζω, ἐκδικάζω, καταδικάζω
  • Forms:
    • δικάζειν Verb: Pres Act Infin
    • δικάζεσθε Verb: Pres Mid/Pass Ind 2nd Plur
    • δικαζέσθω Verb: Pres Mid/Pass Imperative 3rd Sing
    • δικάζηται Verb: Pres Mid/Pass Subj 3rd Sing
    • δικαζόμενον Verb: Pres Mid/Pass Part Acc Sing Masc
    • δικάζονται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • δικάζου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
    • δικάζωσι(ν) Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • δικάσαι
      • Verb: Aor Mid opt 2nd Sing
      • Verb: Aor Act Infin
    • δικάσαντας Verb: Aor Act Part Acc Plur Masc
    • δικασάσθω Verb: Aor Mid Imperative 3rd Sing
    • δικάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • δικάσηται Verb: Aor Mid sing 3rd Sing
    • δικασθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
    • δίκασον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • δικάσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • ἐδίκαζεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • ἐδίκασας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
δικάζωσιν
δίκαια
δικαία
δικαίᾳ
δίκαιαι
δικαίαν
δικαίας
δίκαιε
δίκαιοι
δικαιοῖ
δικαίοις
δικαιοκρισία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: righteous judgment; a just sentence
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδικαιοκρισία 
GENδικαιοκρισίας 
DAT  
ACC δικαιοκρισίας
δικαιοκρισίας
δικαιοκρίτης
Masculine
 SingularPlural
NOMδικαιοκρίτης 
GENδικαιοκρίτου 
DAT  
ACC  
δικαιοκρίτου
δικαιολογία
Feminine
 SingularPlural
NOMδικαιολογία 
GEN  
DAT  
ACCδικαιολογίαν 
δικαιολογίαν
δίκαιον
  • Parse:
    • Adj: Acc Sing Masc
    • Adj: Nom/Acc Sing Neut
  • Root: δίκαιος
δικαιοπραγία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: righteous action
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδικαιοπραγία 
GENδικαιοπραγίας 
DAT  
ACC δικαιοπραγίας
δικαιοπραγίας
δίκαιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • just, right, righteous
    • meet, fitting, equitable (in character or act)
    • by implication, innocent, holy (absolutely or relatively)
    • even, well-balanced, regular, exact, rigid
    • conforming with standards
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
NOMδίκαιοςδικαίαδίκαιον
GENδικαίουδικαίαςδικαίου
DATδικαίῳδικαίᾳδικαίῳ
ACCδίκαιονδικαίανδίκαιον
VOCδίκαιεδικαίαδίκαιον
Plural
 MascFemNeut
NOMδίκαιοιδίκαιαιδίκαια
GENδικαίων
DATδικαίοιςδικαίαιςδικαίοις
ACCδικαίουςδικαίαςδίκαια
VOCδίκαιοιδίκαιαιδίκαια
  • Forms:
    • δικαιότατοι Adj: Nom plur masc superl
    • δικαιοτάτοις Adj: Dat Plur masc superl
    • δικαιότερον Adj: Acc Sing Masc compar
  • δικαιοσύναι
    δικαιοσύναις
    δικαιοσύνας
    δικαιοσύνη
    • Parse: Noun: Nom Sing Fem
    • Meaning:
      • divine justice, justification
      • conformity to the dictates of the religion of Israel
      • uprightness and righteousness
      • rightful entitlement
      • proper conduct, equity of character or act
      • fairness and conformity to moral and ethical codes
    • Forms:
    Feminine
     SingularPlural
    NOMδικαιοσύνηδικαιοσύναι
    GENδικαιοσύνηςδικαιοσυνῶν
    DATδικαιοσύνῃδικαιοσύναις
    ACCδικαιοσύνηνδικαιοσύνας
    VOCδικαιοσύνηδικαιοσύναι
    δικαιοσύνῃ
    δικαιοσύνην
    δικαιοσύνης
    δικαιοσυνῶν
    δικαιότατοι
    δικαιοτάτοις
    δικαιότερον
    δικαίου
    δικαιοῦ
    δικαιούμεθα
    δικαιούμενοι
    δικαιούμενος
    δικαίουν
    δικαιοῦντα
    δικαιοῦνται
    δικαιοῦντες
    δικαίους
    δικαιοῦσθαι
    δικαιοῦσθε
    δικαιοῦται
    δικαιόω
    • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
    • Meaning:
      • to show justice, do justice, give justice
      • to justify, vindicate, treat as just
      • to declare just and righteous
      • to pronounce as having acted correctly
      • to consider just and correct
      • to keep in irreproachable state
      • to be made righteous
      • to take up the cause of someone as judge
      • to make free, set free, make pure
      • to prove to be right, be just, be guiltless
      • to consider in court and pronounce judgment
    • Forms:
      • δεδικαίωμαι Verb: Perf Pass Ind 1st Sing
      • δεδικαιωμένα Verb: Perf Pass Part Nom Plur Neut
      • δεδικαιωμένοι Verb: perf Mid/Pass part Nom plur masc
      • δεδικαιωμένος Verb: Perf Pass Part Nom Sing Masc
      • δεδικαίωται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
      • δίκαιοι
        • Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
        • Adj: Nom Plur Masc
      • δικαιοῦ Verb: Imp Mid/Pass Imperative 2nd Sing
      • δικαιούμεθα Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Plur
      • δικαιούμενοι Verb: Pres Pass Part Nom Plur Masc
      • δικαιούμενος Verb: Pres Mid/Pass part Nom Sing Masc
      • δικαίουν Verb: Pres Act Infin
      • δικαιοῦντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
      • δικαιοῦνται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
      • δικαιοῦντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
      • δικαιοῦσθαι Verb: Pres Pass Infin
      • δικαιοῦσθε Verb: Pres Pass Ind 2nd Plur
      • δικαιοῦται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
      • δικαιωθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
      • δικαιωθῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
      • δικαιωθηναι Verb: Aor Pass Infin
      • δικαιωθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
      • δικαιωθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
      • δικαιωθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
      • δικαιωθήσονται Verb: Fut Pass Ind 3rd Plur
      • δικαιωθήτω Verb: Aor Pass Imperative 3rd Sing
      • δικαιωθήτωσαν Verb: Aor Pass imperfect 3rd Plur
      • δικαιωθῶμεν Verb: Aor Pass Subj 1st Plur
      • δικαιωθῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
      • δικαιωθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
      • δικαίων
        • Verb: Imp Act Ind 3rd Plur/1st Sing
        • Adj: Nom Plur Masc Also see δικαίων just, righteous
      • δικαιῶν Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
      • δικαιώσῃ Verb: Aor Act subj 3rd Sing
      • δικαιῶσαι Verb: Aor Act Infin
      • δικαιώσαισαν Verb: Aor Act Opt 3rd Plur
      • δικαιώσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
      • δικαιώσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
      • δικαιώσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing Also see δικαιώσει justification
      • δικαιώσεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
      • δικαιώσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
      • δικαιώσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
      • δικαιώσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
      • ἐδικαιώθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
      • ἐδικαιώθησαν Verb: Aor Pass ind 3rd plur
      • ἐδικαιώθητε Verb: Aor Pass Ind 2nd Plur
      • ἐδικαίωσα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
      • ἐδικαιώσαμεν Verb: Aor Act Ind 1st Sing
      • ἐδικαίωσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
      • ἐδικαίωσας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
      • ἐδικαίωσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
      • ἐδικαίωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    δικαίῳ
    δικαιωθέντες
    δικαιωθῇ
    δικαιωθηναι
    δικαιωθῇς
    δικαιωθήσεται
    δικαιωθήσῃ
    δικαιωθήσονται
    δικαιωθῆτε
    δικαιωθήτω
    δικαιωθήτωσαν
    δικαιωθῶμεν
    δικαιωθῶσιν
    δικαίωμα
    • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
    • Meaning:
      • regulation, requirement, commandment, ordinance, decree
      • righteous deed, legal reason why something is done
      • judgment, justification, righteousness
      • innocence, state of being not guilty
      • fair and righteous action
      • rightful entitlement
    • Forms:
    Neuter
     SingularPlural
    NOMδικαίωμαδικαιώματα
    GENδικαιώματοςδικαιωμάτων
    DATδικαιώματιδικαιώμασι(ν)
    ACCδικαίωμαδικαιώματα
    δικαιώμασι
    δικαιώμασιν
    δικαιώματα
    δικαιώματος
    δικαιωμάτων
    δικαίων
    δικαιῶν
    δικαίως
    • Parse: Adverb
    • Meaning:
      • justly, righteously, equitably
      • for good reason, rightly
    • Note: Opposite to ἀδίκως
    δικαιῶσαι
    δικαιώσαισαν
    δικαιώσας
    δικαιώσατε
    δικαιώσει
    δικαιώσει
    δικαιώσεις
    δικαιώσῃ
    δικαίωσιν
    δικαίωσις
    • Parse: Noun: Nom Sing Fem
    • Meaning:
      • justification, vindication, acquittal
      • administration of justice
    • Forms:
    Feminine
     SingularPlural
    NOMδικαίωσιςδικαιώσεις
    GENδικαιώσεωςδικαιώσεων
    DATδικαιώσειδικαιώσεσι(ν)
    ACCδικαίωσι(ν)δικαιώσεις
    δικαιώσουσι
    δικαιώσουσιν
    δικαιώσω
    δικαιώσωσι
    δικαιώσωσιν
    δίκας
    • Parse: Noun: Acc Plur Fem
    • Root: δίκη
    δικάσαι
    • Parse:
      • Verb: Aor Mid opt 2nd Sing
      • Verb: Aor Act Infin
    • Root: δικάζω
    δικάσαντας
    • Parse: Verb: Aor Act Part Acc Plur Masc
    • Root: δικάζω
    δικασάσθω
    • Parse: Verb: Aor Mid Imperative 3rd Sing
    • Root: δικάζω
    δικάσει
    δικάσηται
    δικασθήσονται
    δίκασον
    • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • Root: δικάζω
    δικασταί
    δικαστάς
    δικαστήν
    δικαστήριον
    • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
    • Meaning:
      • court of justice
      • court house
      • tribunal
    δικαστής
    • Parse: Noun: Nom Sing Masc
    • Meaning: judge
    • Forms:
    Masculine
     SingularPlural
    NOMδικαστήςδικασταί
    GENδικαστοῦ 
    DAT  
    ACCδικαστήνδικαστάς
    δικαστοῦ
    δικάσω
    δίκη
    • Parse: Noun: Nom Sing Fem
    • Meaning:
      • sentence, verdict
      • justice
      • lawsuit
      • penalty, punishment
      • vengeance
      • right (as self-evident), i.e., justice (the principle, a decision, or its execution)
      • δίκη + Gen = after the manner of something
    • Cognates: δίκη, καταδίκη
    • Forms:
    Feminine
     SingularPlural
    NOMδίκηδίκαι
    GENδίκηςδικῶν
    DATδίκῃδίκαις
    ACCδίκηνδίκας
    VOCδίκηδίκαι
    δίκῃ
    • Parse: Noun: Dat Sing Fem
    • Root: δίκη
    δίκην
    • Parse: Noun: Acc Sing Fem
    • Root: δίκη
    δίκης
    • Parse: Noun: Gen Sing Fem
    • Root: δίκη
    δίκτυα
    δικτύοις
    δίκτυον
    • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
    • Meaning:
      • net (for hunting)
      • a seine (for fishing)
      • lattice, lattice work
    • Forms:
      • δίκτυα Noun: Nom/Acc Plur Neut
      • δικτύοις Noun: Dat Plur Neut
      • δικτύου Noun: Gen Sing Neut
      • δικτύῳ Noun: Dat Sing Neut
      • δικτύων Noun: Gen Plur Neut
    δικτυόομαι
    δικτύου
    δικτυόω
    • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • Meaning:
      • Active:
        • to work into a network
        • to be caught in a net
      • Passive:
        • to be formed into a network
    • Forms:
      • δικτυόομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
      • δεδικτυωμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    δικτύῳ
    δικτύων
    δικτυωταί
    δικτυωτῆς
    δικτυωτόν
    δικτυωτός
    • Parse: Adj: Nom Sing Masc
    • Meaning:
      • Adjectival:
        • latticed, net-like
      • Substantival:
        • lattice, grille, made in net fashion, made like a net
    • Forms:
      • δικτυωταί Adj: Nom Plur Fem
      • δικτυωτῆς Adj: Gen Sing Fem
      • δικτυωτόν Adj: Acc Sing Neut
      • δικτυωτοῦ Adj: Gen Sing Masc
      • δικτυωτῷ Adj: Dat Sing Neut
    δικτυωτοῦ
    δικτυωτῷ