διαθέμενος
διαθεμένου
διαθερμαίνω
  • Meaning:
    • Active:
      • to warm up, warm through
      • to become warm (from the sun)
    • Passive:
      • to be heated
      • to be hot
  • Forms:
    • διαθερμάναντος Part: Aor Act Gen Sing Masc/Neut
    • διεθέρμαινε(ν) Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
    • διεθερμάνθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
διαθερμάναντος
διαθέσει
διαθέσθαι
διάθεσθε
διάθεσιν
διαθέσεις
διάθεσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • inclination, disposition (of mind)
    • state, condition
    • situation, intention
    • arrangement, placing in proper order
    • act of verbally representing (a situation in a certain way)
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιάθεσιςδιαθέσεις
GENδιαθέσεωςδιαθέσεων
DATδιαθέσειδιαθέσεσι(ν)
ACCδιάθεσι(ν)διαθέσεις
διαθῆκαι
διαθήκαις
διαθήκας
διαθήκη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • compact, treaty, mutual agreement
    • covenant (between God and Israel)
    • testament, disposition, contract
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMδιαθήκηδιαθῆκαι
GENδιαθήκηςδιαθηκῶν
DATδιαθήκῃδιαθήκαις
ACCδιαθήκηνδιαθήκας
VOCδιαθήκηδιαθῆκαι
διαθήκῃ
διαθήκην
διαθήκης
διαθηκῶν
διαθήσεσθε
διαθήσεται
διαθήσῃ
διάθησθε
διαθήσομαι
διαθησόμεθα
διάθηται
διάθου
διαθρέψαι
διαθρέψει
διαθρέψεις
διαθρέψω
διάθρυπτε
διαθρύπτω
  • Meaning: to break in pieces, shatter, shiver, crumble
  • Forms:
    • διάθρυπτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • διαθρύψεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • διεθρύβη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεθρύβησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
διαθρύψεις
διαθῶ
διαθῶμαι
διαθώμεθα