διαφαίνω
διαφανεῖς
διαφανῆ
διαφανής
διαφαύσῃ
διαφαύσκω
διαφέρει
διαφέρειν
διαφέρετε
διαφερόμενον
διαφερομένων
διαφέροντα
top
διαφέροντας
διαφέρω
διαφεύγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to escape, flee through, get away from
  • Cognates: ἀποφεύγω, διαφεύγω, ἐκφεύγω, καταφεύγω, προσφεύγω, συμφεύγω, φεύγω
  • Forms:
    • διαπεφεύγασιν Verb: Perf Act Ind 3rd Plur
    • διαπεφευγότα Verb: Perf Act Part Acc Sing Masc
    • διαπεφευγώς Verb: Perf Act Part Nom Sing Masc
    • διαφεύξεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • διαφεύξῃ Verb: Fut Mid Ind 2nd Sing
    • διαφυγεῖν Verb: Aor Act Infin
    • διαφύγῃ Verb: 2Aor Act Subj 3rd Sing
    • διαφύγῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • διαφύγοι Verb: 2 aorist act optative 3rd Sing
    • διαφυγόντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • διέφυγεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
διαφεύξεται
διαφεύξῃ
διαφημίζειν
διαφημίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to disseminate, spread (news, fame) widely, blaze abroad, commonly report, spread abroad
  • Cognates: διαφημίζω, ἐπιφημίζω, φημίζω
  • Forms:
    • διαφημίζειν Verb: Pres Act Infin
    • διεφήμισαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διεφημίσθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
διαφθαρῇ
top
διαφθαρῆναι
διαφθαρήσεται
διαφθαρήσονται
διαφθεῖραι
διαφθείρατε
διαφθείρει
διαφθείρειν
διαφθείρεται
διαφθείρῃ
διαφθείρῃς
διάφθειρον
διαφθεῖρον
διαφθείροντα
διαφθείροντας
διαφθείροντες
top
διαφθείροντι
διαφθείροντος
διαφθειρόντων
διαφθείρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • Physically:
        • to ruin, destroy utterly
        • to kill, do away with
        • to spoil, rot (of meat, vegetation, garment)
        • to rust (of iron)
      • Morally & Religiously:
        • to corrupt
        • to ruin morally
        • to break (a covenant), renege on (a promise)
        • to degenerate morally
    • Passive:
      • to be spoiled, be desiccated
      • to be consumed
      • to perish
      • to be corrupted
  • Cognates: διαφθείρω, καταφθείρω, φθείρω
  • Forms:
    • διεφθείρετο Verb: imperf Mid/Pass ind 3rd Sing
    • διεφθαρμένος Verb: perf Mid/Pass part Nom Sing Masc
    • διαφθαρήσονται Verb: Fut Pass ind 3rd plur
    • διαφθαρῇ Verb: Aor Pass Subj 3rd Sing
    • διαφθαρῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • διαφθαρήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαφθεῖραι Verb: Aor Act Infin
    • διαφθείρατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
    • διαφθείρει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • διαφθείρειν Verb: Pres Act Infin
    • διαφθείρεται Verb: Pres Pass Ind 3rd Sing
    • διαφθείρῃ Verb: Pres Act Subj 3rd Sing
    • διαφθείρῃς Verb: Pres Act Subj 2nd Sing
    • διάφθειρον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διαφθεῖρον Verb: Pres Act Part Nom/Acc Sing Neut
    • διαφθείροντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • διαφθείροντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • διαφθείροντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • διαφθείροντι Verb: Pres Act Part Dat Sing Masc
    • διαφθείροντος Verb: Pres Act Part Gen Sing Neut
    • διαφθειρόντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
    • διαφθείρωμεν Verb: Pres Act Subj 1st Plur
    • διαφθείρων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διαφθερεῖ Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διαφθερῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • διεφθάρη Verb: 2Aor Pass Ind 3rd Sing
    • διεφθάρησαν Verb: 2Aor Pass Ind 3rd Plur
    • διεφθάρητε Verb: Aor Pass Ind 2nd Plur
    • διεφθαρμένα Verb: Perf Mid Part Acc Plur Neut
    • διεφθαρμέναις Verb: Perf Mid Part Dat Plur Fem
    • διεφθαρμένας Verb: Perf Mid Part Acc Plur Fem
    • διεφθαρμένοι Verb: Perf Mid Part Nom Plur Masc
    • διεφθαρμένον Verb: Perf Mid Part Acc Sing Masc
    • διεφθαρμένων Verb: Perf Pass Part Gen Plur Masc
    • διέφθαρται Verb: Perf Mid Ind 3rd Sing
    • διέφθαρτο Verb: Pluperfect Mid Ind 3rd Sing
    • διέφθειραν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διέφθειρας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • διεφθείρατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
    • διέφθειρε Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διέφθειρεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διέφθειρον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • διεφθείροντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
διαφθείρωμεν
διαφθείρων
διαφθερεῖ
διαφθερῶ
top
διαφθονέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to envy
  • Cognates: φθονέω
διαφθορά
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • corruption, decay, destruction
  • instrument of ruin
  • abode of the dead
  • Meaning:
  • Cognates: διαφθορά, φθορά, καταφθορά
  • Forms:
    • διαφθορᾷ Noun: Dat Sing Fem
    • διαφθοραῖς Noun: Dat Plur Fem
    • διαφθοράν Noun: Acc Sing Fem
    • διαφθορᾶς Noun: Gen Sing Fem
    • διαφθορῶν Noun: Gen Plur Fem
διαφθορᾷ
διαφθοραῖς
διαφθοράν
διαφθορᾶς
διαφθορῶν
διαφλέγω
διαφλέξει
διαφορά
διάφορα
διαφοράν
διαφοράς
διαφορέω
top
διαφόρημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • (something) torn to pieces, prey
    • something that has been scattered all around
    • thing thrown to and fro
    • the game of ball, ball game
  • Cognates: διαφόρημα, φόρημα
διαφόροις
διάφορον
διάφορος
διαφόρου
διαφοροῦντες
διαφόρῳ
διαφόρων
διαφόρως
  • Parse: Adverb
  • Meaning: differently
διαφορωτέρας
διαφορώτερον
διαφυγεῖν
διαφύγῃ
διαφύγῃς
top
διαφύγοι
διαφυγόντες
διαφυλάξαι
διαφυλάξας
διαφυλάξει
διαφυλάξῃ
διαφυλάξῃς
διαφύλαξον
διαφυλάσσειν
διαφυλάσσοντας
διαφυλάσσω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to watch closely, guard carefully, protect, keep, spare
    • to preserve from loss or disappearance
    • to value highly and engage oneself eagerly in
  • Cognates: διαφυλάσσω, προφυλάσσω, φυλάσσω
  • Forms:
    • διαπεφυλαγμένη Verb: Perf Pass Part Nom Sing Fem
    • διαφυλάξαι Verb: Aor Act Infin
    • διαφυλάξας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • διαφυλάξει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • διαφυλάξῃ Verb: 1Aor Act Subj 3rd Sing
    • διαφυλάξῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • διαφύλαξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • διαφυλάσσειν Verb: Pres Act Infin
    • διαφυλάσσοντας Verb: Pres Act Part Acc Plur Masc
    • διαφυλάσσων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • διαφυλαχθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • διαφυλάττειν Verb: Pres Act Infin
    • διεφύλαξαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • διεφύλαξεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • διεφύλαττεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • διεφύλαττον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • διεφυλάχθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
διαφυλάσσων
διαφυλάττειν
top
διαφυλαχθήσεται
διαφωνέω
διαφωνήσει
διαφῶσαι
διαφώσκω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to dawn
    • to show light through
  • Cognates: διαφώσκω, ἐπιφώσκω
  • Forms:
    • διαφῶσαι Verb: Aor Act Infin
διαφωτίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to dawn
    • to rise (e.g., the sun rose this morning)
    • to grow light
    • to enlighten, clear completely
  • Cognates: φωτίζω
  • Forms:
    • διαφωτίσαι Verb: Aor Act Infin
διαφωτίσαι