κατέναντι
  • Parse: Adverb
  • Meaning:
    • before, in the presence of
    • opposite to
    • over against; directly opposite
    • in opposition to, faced with
    • facing
κατεναντίον
  • Parse: Adverb
  • Meaning: down against, opposite, over against, before, go to meet
κατενάρκησα
κατενέγκῃ
κατένεγκον
κατενεμήσατο
κατένευσαν
κατενεχθείς
κατενόει
κατενόησα
κατενόησαν
κατενόησε
κατενόησεν
κατενοοῦμεν
κατενόουν
  • Parse:
    • Verb: Imp act Ind 1st Sing
    • Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
  • Root: κατανοέω
κατενοοῦσαν
κατεντευκτήν
κατεντευκτής
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning: an accuser
  • Forms:
    • κατεντευκτήν Noun: Acc Sing Masc
κατενύγη
κατενύγην
κατενύγησαν
κατενύχθη
κατενύχθησαν
κατενώπιον
  • Parse: PREP
  • Meaning:
    • before (the presence of)
    • in the sight of
    • right opposite
    • faced with
    • in the estimation of
    • + οὗ = in spite of the fact that
κατενωτίσαντο