κάτιδε
κατιδεῖν
κατιόντα
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • Verb: Pres Act Part Nom/Acc Plur Neut
  • Root: κάτειμι
κατιόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to tarnish, rust, corrode
    • to become rusty
  • Forms:
    • κατίωσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • κατίωται Verb: Perf Pass Ind 3rd Sing
κατίσχυε
κατισχύει
κατίσχυεν
κατισχύετε
κατισχυέτω
κατισχυέτωσαν
κατίσχυον
κατισχύοντες
κατισχυόντων
κατισχύουσιν
κατίσχυσα
κατισχύσαι
κατισχῦσαι
κατίσχυσαν
κατισχύσαντας
κατισχύσας
κατισχύσατε
κατισχυσάτω
κατίσχυσε
κατισχύσει
κατίσχυσεν
κατισχύσῃ
κατισχύσητε
κατισχύσομεν
κατίσχυσον
κατισχύσουσι
κατισχύσουσιν
κατισχύσω
κατισχύσωσιν
κατισχύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to prevail, dominate, overcome, overpower

      καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν.
      and their voices prevailed (Luke 23:23)

      πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
      the gates of Hades will not overpower it. (Matt 16:18)

      καὶ κατίσχυσεν αὐτοὺς πόλεμος
      he overpowered them by war (Isa 42:25)

    • to become powerful, prevail

      ὅταν ἐπῆρεν Μωυσῆς τὰς χεῖρας, κατίσχυεν Ἰσραήλ·
      when Moses lifted up his hands, Israel prevailed (Ex 17:11)

    • to be determined, be hardened, be tenacious, be resolved, be resolute; to become insensitive, unsusceptible, irresponsive

      καὶ κατίσχυσεν ἡ καρδία Φαραώ
      the heart of Pharaoh was determined (Ex 7:13)

      καὶ κατίσχυσεν ἡ καρδία Φαραώ
      the heart of Pharaoh was insensitive (Ex 7:13)

    • to support, give strength to, strengthen

      κατίσχυσεν τὴν εὐσέβειαν
      he supported piety (Sir 49:3)

    • to have good understanding of

      οἱ κατισχύοντες τοὺς λόγους μου
      those who well undertand by words (Dan 12:3 OG)

    • to take courage, find encouragement

      κατισχυέτωσαν αἱ χεῖρες ὑμῶν
      let your hands take courage (Zech 8:9)

    • to make strenuous efforts, endeavour, try hard

      μὴ κατισχύσητε παρακαλεῖν με
      don't try hard to comfort me (Isa 22:4)

  • Cognates: ἀνισχύω, ἐνισχύω, ἐπισχύω, ἐξισχύω, κατισχύω, συνεπισχύω, ὑπερισχύω
  • Forms:
  • Present
  • κατίσχυε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • κατισχύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • κατισχύετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • κατισχυέτω Verb: Pres Act Imperative 3rd Sing
  • κατισχυέτωσαν Verb: Pres Act Imperative 3rd Plur
  • κατισχύοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
  • κατισχυόντων Verb: Pres Act Part Gen Plur Masc
  • κατισχύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
  • κατισχύων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
  • κατισχύσητε Verb: Pres Act Subj 2nd Plur
  • Imperfect
  • κατίσχυεν Verb: Imperfect Act Ind 3rd Sing
  • κατίσχυον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Future
  • κατισχύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
  • κατισχύσομεν Verb: Fut Act Ind 1st Plur
  • κατισχύσουσι Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
  • κατισχύσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd. Plur
  • κατισχύσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • Aorist
  • κατίσχυσα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
  • κατισχῦσαι Verb: Aor Act Infin
  • κατίσχυσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • κατισχύσαντας Verb: Aor Act Part Acc Plur Masc
  • κατισχύσας Verb: 1Aor Act Part Nom Sing Masc
  • κατισχύσατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • κατισχυσάτω Verb: Aor Act Imperative 3rd Sing
  • κατίσχυσε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • κατίσχυσεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • κατισχύσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • κατίσχυσον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • κατισχύσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Perfect
κατισχύων
κατίωσεν
κατίωται