κατάμαθε
καταμαθεῖν
καταμάθετε
καταμαθόντα
καταμάθωμεν
καταμάνθανε
καταμανθάνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to notice, observe well, examine closely, survey, inspect, study, consider, learn thoroughly, note carefully
  • Cognates: καταμανθάνω, μανθάνω
  • Forms:
    • καταμάθωμεν Verb: Aor Pass Subj 1st Plur
    • καταμαθόντα
      • Verb: Aor Act Part Acc Sing Masc
      • Verb: Aor Act Part Nom/Acc Plur Neut
    • καταμάνθανε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • καταμανθάνων Verb: Pres Act Part Nom Sing Masc
    • κατάμαθε Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • καταμαθεῖν Verb: 2Aor Act Infin
    • καταμάθετε Verb: 2Aor Act Imperative 2nd Plur
    • κατεμάνθανεν Verb: Imp Act Ind 3rd Sing
    • κατέμαθον Verb: Aor Act Ind 1st Sing
καταμανθάνων
καταμαρτυρέω
καταμαρτυρήσαντες
καταμαρτυρησάτωσαν
καταμαρτυρήσομεν
καταμαρτυρήσουσιν
top
καταμαρτυροῦσι
καταμαρτυροῦσιν
καταμαρτυρῶν
καταμείνῃ
καταμεμεστωμένης
καταμεμιγμένα
καταμένοντες
καταμένω
καταμεριεῖτε
καταμερίζει
καταμερίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to distribute, cut in pieces, part, apportion
  • Cognates: ἀπομερίζω, διαμερίζω, καταμερίζω, μερίζω, συμμερίζω, τριμερίζω
  • Forms:
    • καταμεριεῖτε Verb: Fut Act Ind 2nd Plur
    • καταμερίσαι Verb: Aor Act Infin
    • καταμερίσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • καταμερισθῶσιν Verb: Aor Pass Subj 3rd Plur
    • καταμερίζει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • κατεμερίσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • κατεμέρισεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
καταμερίσαι
καταμερίσει
καταμερισθῶσιν
top
καταμερισμός
καταμεστόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to fill quite full of
  • Cognates: καταμεστόω, μεστόω
  • Forms:
    • καταμεμεστωμένης Verb: Pres Pass Part Gen Sing Fem
καταμετρεῖσθαι
καταμετρέω
καταμετρηθήσεται
καταμετρήσετε
καταμήνιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: by the month, monthly (wages, menses)
  • Forms:
    • καταμηνίων Adj: Gen Plur Masc/Fem/Neut
καταμηνίων
καταμηνύω
καταμίγνυμι
καταμιμνήσκω
top
καταμνησθείς
καταμόνας
  • Parse: Adverb
  • Meaning: alone; according to sole places, i.e., (Adverbially) separately
καταμωκάομαι
  • Parse: Verb: Pres Mid/Pass Ind Deponent 1st Sing
  • Meaning: to mock at, scorn, ridicule, deride
  • Cognates: καταμωκάομαι, μωκάομαι
  • Forms:
    • καταμωκήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • καταμωκήσονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
    • καταμωκώμενοι Verb: Pres Mid/Pass Part Nom Plur Masc
καταμωκήσεται
καταμωκήσονται
καταμωκώμενοι