καταξαίνω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to flail (the flesh of a victim)
    • to tear to shreds, tear in pieces
    • to card (wool, flax)
    • to comb well (hair, fur)
  • Cognates: διαξαίνω, καταξαίνω, ξαίνω
  • Forms:
    • καταξανθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • καταξανῶ Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • κατέξανεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
καταξανθέντες
καταξανῶ
κατάξας
κατάξει
κατάξεις
κατάξετε
καταξηραίνω
καταξηρανεῖ
κατάξηρος
καταξίαν
καταξιοπιστεύομαι
καταξιοπιστευόμενοι
top
κατάξιος
καταξιοῦσθαι
καταξιόω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to implore earnestly
    • to command, bid, order
    • to consider worthy, deem entirely deserving, bestow worth upon
  • Cognates: ἀξιόω, καταξιόω, προσαξιόω
  • Forms:
    • κατηξίωσεν
      • Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
      • Verb: FutPerf Act Infin
    • κατηξιώθην
      • Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
      • Verb: Aor Pass Ind 1st Sing
    • καταξιωθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
    • καταξιωθείς Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • καταξιοῦσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • κατηξιώθημεν Verb: Aor Pass Ind 1st Plur
    • καταξιωθέντες Verb: Aor Pass Part Nom Plur Masc
    • καταξιωθῆναι Verb: Aor Pass Infin
    • καταξιωθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • καταξιῶσαι Verb: Aor Act Infin
    • καταξιωσάντων Verb: Aor Act Part Gen Plur Masc
    • καταξιώσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • καταξίωσον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • κατηξιώθησαν Verb: Aor Pass Ind 3rd Plur
    • κατηξίωται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
καταξιωθείς
καταξιωθέντες
καταξιωθῆναι
καταξιωθήσεται
καταξιωθῆτε
καταξιῶσαι
καταξιωσάντων
καταξιώσῃ
καταξίωσον
κάταξον
  • Parse: Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • Root: κατάγω
top
κατάξουσιν
καταξύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to plane down (as a carpenter would do to wood)
    • to smooth, polish
    • to scrape down
  • Cognates:
  • Forms:
    • κατεξυσμένη Verb: Perf Pass Part Nom Sing Fem
κατάξω