καταδαμάζω
  • Meaning:
    • to subdue
    • to tame, overpower, put under duress
  • Forms:
    • κατεδαμάσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
καταδαπανάω
  • Meaning:
    • Active:
      • to consume
      • to exhaust the energy and vitality of
      • to wear out
    • Passive:
      • to be consumed
  • Forms:
    • κατεδαπανήθημεν Verb: Aor Pass Ind 1st Plur
καταδεδεμένα
καταδέδεται
καταδεδικασμένος
καταδεδυνάστευνται
καταδεικνύω
  • Meaning:
    • to introduce, present
    • to discover and reveal
    • to invent, bring into existence
    • to appoint
    • to create, fashion
  • Forms:
    • καταδείξας Part: 1Aor Act Nom Sing Masc
    • κατέδειξε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
καταδείξας
καταδεξαμένους
καταδεξάσθωσαν
καταδέομαι
καταδεσμεύσει
καταδεσμεύσῃς
καταδεσμεύω
  • Meaning:
    • to bind up, bandage
    • Metaphor: to deal with painful consequences of
  • Forms:
    • καταδεσμεύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • καταδεσμεύσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
καταδέσμος
  • Parse: Noun: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • band, bandage
    • a tie, a magic knot tie
  • Forms:
    • καταδέσμους Noun: Nom/Acc Plur Masc
καταδέσμους
καταδέχομαι
  • Meaning:
    • to receive, accept, admit
    • to submit oneself to instruction
    • to be inclined to
    • to submit oneself to direction
  • Forms:
    • καταδεξαμένους Part: Aor Mid Acc Plur Masc
    • καταδεχόμενος Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Masc
    • καταδεξάσθωσαν Verb: Aor Mid Imperative 3rd Plur
καταδεχόμενος
καταδέω
  • Meaning:
    • Active:
      • to bind up, bandage, bind securely, tie down
    • Middle/Passive:
      • to plead, entreat, beg
      • to implore (because of distress) to (someone for help)
  • Forms:
    • καταδεδεμένα Part: Perf Mid/Pass Nom/Acc Plur Neut
    • καταδέδεται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • καταδέομαι Verb: Pres Mid/Pass Ind 1st Sing
    • καταδῆσαι Verb: Aor Act Infin
    • κατάδησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • καταδήσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • κατεδέετο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Sing
    • κατεδεήθης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
    • κατεδέθη Verb: Aor Pass Ind 3rd Sing
    • κατεδήσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
    • κατεδήσατο Verb: Aor Mid Ind 3rd Sing
    • κατέδησε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
κατάδηλον
κατάδηλος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning: very clear, obviously plain, far more evident, manifest
  • Forms:
    • κατάδηλον Adj: Nom/Acc Sing Neut
    • κατάδηλον Adj: Acc Sing Masc
καταδῆσαι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: καταδέω
κατάδησον
καταδήσω
καταδιαιρεῖν
καταδιαιρέω
  • Meaning:
    • Active:
      • to divide into two, dissect, cut apart
      • to observe, analyze
      • to make a distinction
    • Middle:
      • to distribute among themselves
      • to divide
      • to examine in detail, inspect
  • Forms:
    • καταδιαιρεῖν Verb: Pres Act Infin
    • καταδιείλαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • καταδίελε Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • καταδιέλεσθε Verb: Aor Mid Imperative 2nd Plur
    • καταδιελόντι Part: Aor Act Dat Sing Masc
καταδιείλαντο
καταδίελε
καταδιέλεσθε
καταδιελόντι
καταδικάζετε
καταδικαζομένη
καταδικάζω
  • Meaning:
    • to condemn, pronounce guilty, find guilty
    • to hand down a judgment against (someone)
    • to make a statement to the disadvantage of
  • Forms:
    • κατεδίκασε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • κατεδίκασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • καταδεδικασμένος Part: Perf Mid/Pass Nom Sing Masc
    • καταδικάσαι Verb: Aor Act Infin
    • καταδικάσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • καταδικάσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • καταδικάσηται Verb: Aor Mid Subj 3rd Sing
    • καταδικάσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • καταδικάσονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
    • καταδικασθήσῃ Verb: Fut Pass Ind 2nd Sing
    • καταδικασθῆτε Verb: Aor Pass Subj 2nd Plur
    • καταδικάσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
    • καταδικάζετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
    • καταδικαζομένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
    • καταδικάζων Part: Pres Act Nom Sing Masc
    • κατεδικάσατε Verb: Aor Act Ind 2nd Plur
καταδικάζων
καταδικάσαι
καταδικάσεται
καταδικάσῃς
καταδικάσηται
καταδικάσητε
καταδικάσονται
καταδικασθήσῃ
καταδικασθῆτε
καταδικάσωμεν
καταδίκη
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • condemnation, judgment against
    • sentence pronounced against
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMκαταδίκηκαταδίκαι
GENκαταδίκηςκαταδικῶν
DATκαταδίκῃκαταδίκαις
ACCκαταδίκηνκαταδίκας
VOCκαταδίκηκαταδίκαι
καταδίκην
καταδίκης
καταδίωκε
καταδιώκει
καταδιώκειν
καταδιώκεις
καταδιώκοντες
καταδιωκόντων
καταδιώκω
  • Meaning:
    • to search eagerly, hunt down
    • to pursue closely, persecute
    • to seek after, aim at, search for
    • to chase (someone)
    • to force to move on
    • to accompany permanently
  • Forms:
Present
  • καταδίωκε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
  • καταδιώκει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • καταδιώκειν Verb: Pres Act Infin
  • καταδιώκεις Verb: Pres Act Ind 2nd Sing
  • καταδιώκοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • καταδιωκόντων Part: Pres Act Gen Plur Masc
  • καταδιώκων Part: Pres Act Nom Sing Masc
Imperfect
  • κατεδίωκον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
  • κατεδίωκον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
Future
  • καταδιώξω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
  • καταδιώξεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
  • καταδιώξοντας Part: Fut Act Acc Plur Masc
  • καταδιώξεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
  • καταδιώξονται Verb: Fut Mid Ind 3rd Plur
Aorist
  • κατεδίωξας Verb: 1Aor Act Ind 2nd Sing
  • κατεδίωξε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
  • κατεδίωξαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • καταδίωξον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
  • καταδιώξατε Verb: Aor Act Imperative 2nd Plur
  • καταδιώξω Verb: 1Aor Act Subj 1st Sing
  • καταδιώξῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
  • καταδιώξαι Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • κατεδιώχθητε Verb: Aor Pass Ind 2nd Plur
  • καταδιώξαντας Part: Aor Act Acc Plur Masc
Perfect
καταδιώκων
καταδιώξαι
καταδιώξαντας
καταδιώξατε
καταδιώξεις
καταδιώξεται
καταδιώξῃς
καταδίωξον
καταδιώξονται
καταδιώξοντας
καταδιώξω
καταδολεσχέω
  • Meaning:
    • to chatter at, weary by chattering, meditate
    • to annoy by chattering
    • to depress by chattering
  • Forms:
    • καταδολεσχήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
καταδολεσχήσει
καταδουλοῖ
καταδουλουμένους
καταδουλοῦνται
καταδουλοῦσθαι
καταδουλόω
  • Meaning: to enslave, reduce to slavery, bring into bondage, oppress
  • Forms:
    • καταδουλοῖ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • καταδουλουμένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
    • καταδουλοῦνται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • καταδουλοῦσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • καταδουλωσάμενον Part: Aor Mid Acc Sing Masc
    • καταδουλωσαμένων Part: Aor Mid Gen Plur MFN
    • καταδουλώσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • καταδουλώσω Verb: Fut Act Ind 1st Sing
    • καταδουλώσωνται Verb: Aor Mid Subj 3rd Plur
    • κατεδουλοῦντο Verb: Imperfect Mid/Pass Ind 3rd Plur
    • κατεδουλώσαντο Verb: Aor Mid Ind 3rd Plur
    • κατεδουλώσατο Verb: 1Aor Mid Ind 3rd Sing
καταδουλωσάμενον
καταδουλωσαμένων
καταδουλώσουσι(ν)
καταδουλώσω
καταδουλώσωνται
καταδρομάς
καταδρομή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • the charge (of an army troop)
    • an inroad, counterattack, raid, a vehement attack, invective
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMκαταδρομήκαταδρομαί
GENκαταδρομῆςκαταδρομῶν
DATκαταδρομῇκαταδρομαῖς
ACCκαταδρομήνκαταδρομάς
VOCκαταδρομήκαταδρομαί
καταδυναστεία
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: oppression
  • Forms:
Feminine
 SingularPlural
NOMκαταδυναστείακαταδυναστεῖαι
GENκαταδυναστείαςκαταδυναστειῶν
DATκαταδυναστείᾳκαταδυναστείαις
ACCκαταδυναστείανκαταδυναστείας
VOCκαταδυναστείακαταδυναστεῖαι
καταδυναστείᾳ
καταδυναστείαν
καταδυναστείας
καταδυναστεύει
καταδυναστεύειν
καταδυναστεύετε
καταδυναστευθῆναι
καταδυναστεύομεν
καταδυναστευόμεναι
καταδυναστευομένους
καταδυναστεύοντας
καταδυναστεύοντες
καταδυναστευόντων
καταδυναστεύουσαι
καταδυναστεύουσιν
καταδυναστεῦσαι
καταδυναστεύσαντες
καταδυναστεύσας
καταδυναστεύσῃ
καταδυναστεύσητε
καταδυναστεύσουσι(ν)
καταδυναστεύσωμεν
καταδυναστεύω
  • Meaning:
    • Active:
      • to oppress, exploit
      • to overpower, prevail against
      • to cause someone unjust hardship
      • to conquer, dominate
      • to cause to submit to one's power and authority
      • to exercise power over, exercise dominion against
    • Passive:
      • to be enslaved
  • Forms:
Present
  • καταδυναστεύει Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
  • καταδυναστεύειν Verb: Pres Act Infin
  • καταδυναστεύετε Verb: Pres Act Imperative 2nd Plur
  • καταδυναστεύομεν Verb: Pres Act Ind 1st Plur
  • καταδυναστευόμεναι Part: Pres Mid/Pass Nom Plur Fem
  • καταδυναστευομένους Part: Pres Mid/Pass Acc Plur Masc
  • καταδυναστεύοντας Part: Pres Act Acc Plur Masc
  • καταδυναστεύοντες Part: Pres Act Nom Plur Masc
  • καταδυναστεύουσαι Part: Pres Act Nom Plur Fem
  • καταδυναστεύουσι(ν) Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
Imperfect
  • κατεδυνάστευον Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
  • κατεδυνάστευον Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
Future
  • καταδυναστεύσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
Aorist
  • καταδυναστευθῆναι Verb: Aor Pass Infin
  • καταδυναστεῦσαι Verb: Aor Act Infin
  • καταδυναστεύσαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
  • καταδυναστεύσας Part: Aor Act Nom Sing Masc
  • καταδυναστεύσῃ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
  • καταδυναστεύσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
  • καταδυναστεύσωμεν Verb: Aor Act Subj 1st Plur
  • κατεδυνάστευσα Verb: 1Aor Act Ind 1st Sing
  • κατεδυνάστευσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
  • κατεδυνάστευσας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
  • κατεδυνάστευσε(ν) Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
Perfect
  • καταδεδυνάστευνται Verb: Perf Mid/Pass Ind 3rd Sing
καταδύσει
καταδύσεις
καταδύσεται
καταδύσις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a haunt for secret meetings
    • a retreat, hiding place, hole
    • a going down into, descent
  • Forms:
    • καταδύσεις Noun: Nom/Acc Plur Fem
καταδύσωσιν
  • Parse:
    • Verb: Pres Act Subj 3rd Plur
    • Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
  • Root: καταδύω
καταδύω
  • Meaning:
    • to sink, plunge
    • to go down into, sink into, make to sink, dismiss, enter
    • to slink away and lie hidden
    • to cause to sink, cause to go down
  • Forms:
    • καταδύς
      • Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
      • Part: Aor Act Nom Sing Masc
    • καταδῦσαι
      • Verb: Aor Mid Imperative 2nd Sing
      • Part: Aor Act Dat Sing Fem
      • Part: Aor Act Nom Plur Fem
    • καταδύεσθαι Verb: Pres Mid/Pass Infin
    • καταδύσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • καταδύσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • καταδύσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • κατέδυσαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • κατέδυ Verb: Aor Act Ind 3rd Sing