καταθαρσέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to be encouraged
  • Cognates: καταπτήσσω, θαρσέω
  • Forms:
    • κατεθάρσησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
καταθαρσύνω
κατάθεμα
καταθεματίζειν
καταθεματίζω
καταθέματος
καταθέσθαι
καταθλάσαι
καταθλάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to crush in pieces, break
  • Cognates: θλάω, καταθλάω, συνθλάω
  • Forms:
    • καταθλάσαι Verb: Aor Act Infin
    • κατέθλασα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
κατάθου
καταθύμια
καταθύμιον
καταθύμιος
  • Parse: Adj: Nom Sing Masc
  • Meaning:
    • Adjectival:
      • according to one's mind
      • in the mind or thoughts
    • Subtantival:
      • desires
  • Forms:
    • καταθύμια Adj: Acc Plur Neut
    • καταθύμιον Adj: Acc Sing Neut