ἐμά
  • Parse: Adj: 1st Person Nom/Acc Plur Neut
  • Root: ἐμός
ἐμαγείρευσας
ἐμαδάρωσα
ἔμαθε(ν)
ἔμαθες
ἐμάθετε
ἐμαθητεύθη
ἐμαθήτευσε(ν)
ἔμαθον
  • Parse:
    • Verb: 2Aor Act Ind 1st Sing
    • Verb: 2Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: μανθάνω
ἐμαί
  • Parse: Adjective: 1st Person Nom Plur Fem
  • Root: ἐμός
ἐμαίμασσε(ν)
ἐμαῖς
  • Parse: Adjective: 1st Person Dat Plur Fem
  • Root: ἐμός
ἐμακάριζε(ν)
ἐμακάριζον
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: μακαρίζω
ἐμακάρισα
ἐμακάρισαν
ἐμακάρισε(ν)
ἐμακροημέρευσαν
ἐμακροθύμησε(ν)
ἐμακροτόνησαν
ἐμάκρυνα
ἐμάκρυναν
  • Parse: Adverb
  • Meaning: prolong
  • ----------
  • Parse: Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
  • Root: μακρύνω
ἐμάκρυνας
ἐμάκρυνε(ν)
ἐμακρύνθη
ἐμακρύνθησαν
ἐμαλακίσθη
ἐμαλακίσθην
ἐμαλάκυνε(ν)
ἐμάνθανες
ἐμαντεύοντο
ἐμάραναν
ἐμαράνθη
ἐμαρτύρει
ἐμαρτυρεῖτο
ἐμαρτυρήθη
ἐμαρτυρήθησαν
ἐμαρτυρήσαμεν
ἐμαρτύρησαν
ἐμαρτύρησε(ν)
ἐμαρτύρουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: μαρτυρέω
ἐμάς, ἐμᾶς
  • Parse: Adj: 1st Person Acc Plur Fem
  • Root: ἐμός
ἐμασσῶντο
ἐμαστίγου
ἐμαστίγουν
  • Parse:
    • Verb: Imperfect Act Ind 1st Sing
    • Verb: Imperfect Act Ind 3rd Plur
  • Root: μαστιγόω
ἐμαστιγώθησαν
ἐμαστίγωσας
ἐμαστίγωσε(ν)
ἐμάστιξε(ν)
ἐμασῶντο
ἐματαιώθη
ἐματαιώθην
ἐματαιώθησαν
ἐμαυτῇ
ἐμαυτήν
ἐμαυτόν
ἐμαυτοῦ
  • Parse: Reflexive pronoun: 1st Gen Sing Masc/Neut
  • Meaning: me, mine own (self), myself
  • Forms:
Singular
 MascFemNeut
GENἐμαυτοῦἐμαυτῆςἐμαυτοῦ
DATἐμαυτῷἐμαυτῇἐμαυτῷ
ACCἐμαυτόνἐμαυτήνἐμαυτόν
ἐμαυτῷ
ἐμαχεσάμην
ἐμαχέσαντο
ἐμαχέσατο
ἐμάχοντο