συναναβαίνω
συναναβάντες
συναναβᾶσαι
συναναβᾶσιν
συναναβῆναι
συναναβήσεται
συναναβῶ
συναναγκάζω
συναναγκασθῇ
συνανάκειμαι
συνανακείμενοι
συνανακειμένοις
συνανακειμένους
συνανακειμένων
συναναμείγνυμι
συναναμείξεων
συνανάμειξις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: relationship forged as allies
  • Note: also spelled συνανάμιξις
συναναμίγνυμι
συναναμίγνυσθαι
συναναμίγνυσθε
συνανάμιξις
συναναμίσγεσθε
συναναμίσγω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to mix together
    • Middle:
      • to have dealings with
      • to be involved with (someone's practices)
    • Passive:
      • to have fellowship with
  • Cognates: μίσγω, συμμίσγω, συναναμίσγω
  • Forms:
    • συναναμίσγεσθε Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Plur
συναναπαύομαι
συναναπαύσεται
συναναπαύσωμαι
συναναπαύω
συναναστρεφόμενα
συναναστρέφω
συναναστροφή
συναναστροφήν
συναναστροφῆς
συναναφέρω
συναναφέρων
συναναφύρω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to knead up (bread dough) together
    • Middle:
      • to get deeply involved
    • Passive:
      • to be mixed up with
      • to conspire in
  • Cognates: ἐκφύρω, ἐμφύρω, συμφύρω, συναναφύρω, φύρω
  • Forms:
    • συνανεφύρης Verb: Aor Pass Ind 2nd Sing
    • συνανεφύροντο Verb: Imp Mid Ind 3rd Plur
συναναχέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to pour on together with
συνανέβαινον
συνανέβη
συνανέβησαν
συνανέκειντο
συνανεμείγνυτο
συνανεστράφη
συνανεστράφην
συνανεφύρης
συνανεφύροντο
συνανοίσετε
συναντᾷ
συναντᾶν
συναντᾶτε
συναντάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • positive sense
        • to meet together with welcome
        • to rally to
        • to meet by chance
        • to come upon
        • to present oneself to
      • hostile sense
        • to fall upon
        • to run upon
        • to befall, happen to
        • to confront and deal with personally
        • to come against (someone) (esp. of projectiles)
    • Middle:
      • positive sense
        • to meet with
      • hostile sense
        • to come upon
        • to befall
        • to happen to
        • to come against
  • Cognates: ἀπαντάω, καταντάω, συναντάω, ὑπαντάω
  • Forms:
    • συναντήσαντος Verb: Aor Act Part Gen Sing Masc/Neut
    • συναντᾷ Verb: Pres Act Ind 3rd Sing
    • συναντᾶν Verb: Pres Act Infin
    • συναντᾶτε Verb: Pres Act Imp 2nd Plur
    • συναντῆσαι Verb: 1Aor Act Infin
    • συναντήσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
    • συναντήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συναντήσεσθε Verb: Fut Mid Ind 2nd Plur
    • συναντήσεται Verb: Fut Mid Ind 3rd Sing
    • συναντήσῃ Verb: 1Aor Act Subj 3rd Sing
    • συναντήσῃς Verb: Aor Act Subj 2nd Sing
    • συναντήσητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • συνάντησον Verb: Aor Act Imperative 2nd Sing
    • συναντήσοντα Verb: Fut Act Part Acc Plur Neut
    • συναντήσουσι(ν) Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • συναντήσωσι(ν) Verb: Aor Act Subj 3rd Plur
    • συναντῶσα Verb: Pres Act Part Nom Sing Fem
    • συναντῶσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • συνήντησαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνήντησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνήντησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνήντων Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
συνάντειμι
συναντή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning: meeting, encounter
  • Cognates: ἀπαντή, συναντή
  • Forms:
    • συναντήν Noun: Acc Sing Fem
συνάντημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • incident, occurrence
    • something that befalls someone
    • event, fate
    • visitation (of plague), plague, adversity
  • Cognates: ἀπάντημα, κατάντημα, συνάντημα
  • Pattern:
    Neuter
     SingularPlural
    NOMσυνάντημασυναντήματα
    GENσυναντήματοςσυναντημάτων
    DATσυναντήματισυναντήμασι(ν)
    ACCσυνάντημασυναντήματα
συναντήματα
συναντήν
συναντῆσαι
συναντήσαντος
συναντήσας
συναντήσει
συναντήσεσθε
συναντήσεται
συναντήσῃ
συναντήσῃς
συναντήσητε
συνάντησιν
συνάντησις
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • a meeting
    • the act of coming face to face
    • a group of people who come together for a purpose
  • Cognates: ἀπάντησις, συνάντησις, ὑπάντησις
  • Pattern:
    Feminine
     SingularPlural
    NOMσυνάντησιςσναντήσεις
    GENσναντήεωςσναντήσεων
    DATσναντήσεισναντήσεσι(ν)
    ACCσυνάντησινσναντήσεις
συνάντησον
συναντήσοντα
συναντήσουσιν
συναντήσωσιν
συναντιλάβηται
συναντιλαμβάνεται
συναντιλαμβάνομαι
συναντιλήμψεται
συναντιλήμψονταί
συναντῶν
συναντῶσα
συναντῶσιν