συνᾶραι
συναριθμέω
συναριθμήσεται
συναρμόζω
συναρμολογέω
συναρμολογουμένη
συναρμολογούμενον
συναρπάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to catch up
      • to take up
      • to seize and carry clean away
      • to snatch together
    • Passive:
      • to be taken by force
      • to be captivated
  • Cognates: ἀναρπάζω, ἁρπάζω, διαρπάζω, ἐξαρπάζω, συναρπάζω
  • Forms:
    • συναρπάσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • συναρπασθέντος Verb: Aor Pass Part Gen Sing Neut
    • συναρπασθέντων Verb: Aor Pass Part Gen Plur Masc
    • συναρπασθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • συνηρπάκει Verb: Pluperfect act Ind 3rd Sing
    • συνήρπασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
top
συναρπάσαντες
συναρπασθέντος
συναρπασθέντων
συναρπασθῇς
συναρχία
συναρχίαν