συνᾶραι
  • Parse:
    • Verb: Aor Act Infin
    • Verb: Aor Act Opt 3rd Sing
  • Root: συναίρω
συναρεῖς
συναριθμέω
συναριθμήσεται
συναρμόζω
συναρμολογέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to fit together, join together
  • Forms:
    • συναρμολογουμένη Part: Pres Mid/Pass Nom Sing Fem
    • συναρμολογούμενον Part: Pres Mid/Pass Nom/Acc Sing Neut
συναρμολογουμένη
συναρμολογούμενον
συναρπάζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to catch up
      • to take up
      • to seize and carry clean away
      • to grasp
      • to snatch together
      • Mentally: to captivate, e.g., "captivate by her eyelids" (Prov 6:25)
    • Passive:
      • to be taken by force
      • to be captivated
  • Cognates: ἀναρπάζω, ἁρπάζω, διαρπάζω, ἐξαρπάζω, συναρπάζω
  • Forms:
    • συναρπάσαντες Part: Aor Act Nom Plur Masc
    • συναρπασθέντος Part: Pres Act Gen Sing Neut
    • συναρπασθέντων Part: Aor Pass Gen Plur Masc
    • συναρπασθῇς Verb: Aor Pass Subj 2nd Sing
    • συνηρπάκει Verb: PluPerf Act Ind 3rd Sing
    • συνήρπασαν Verb: 1Aor Act Ind 3rd Plur
συναρπάσαντες
συναρπασθέντος
συναρπασθέντων
συναρπασθῇς
συναρχία
Feminine
 SingularPlural
NOMσυναρχίασυναρχίαι
GENσυναρχίαςσυναρχιῶν
DATσυναρχίᾳσυναρχίαις
ACCσυναρχίανσυναρχίας
VOCσυναρχίασυναρχίαι
συναρχίαν