συνθάπτω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to bury with
  • Cognates: θάπτω , συνθάπτω
  • Forms:
    • συνταφῆναι Verb: 2Aor Pass Infin
    • συνετάφημεν Verb: 2Aor Pass Ind 1st Plur
    • συνταφέντες Verb: 2Aor Pass Part Nom Plur Masc
συνθελήσεις
συνθέλω
συνθέμενοι
συνθέμενον
συνθεμένων
συνθέσεις
συνθέσεως
συνθέσθαι
σύνθεσιν
σύνθεσις
σύνθετον
σύνθετος
top
συνθήκαις
συνθήκας
συνθήκη
συνθήκην
συνθηκῶν
σύνθημα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning:
    • anything agreed upon
    • a predetermined signal
    • shibboleth, password, watchword
συνθλάσει
συνθλασθήσεται
συνθλάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to crush together
    • to dash to pieces, shatter, break
  • Cognates: θλάω , καταθλάω , συνθλάω
  • Forms:
    • συνέθλασαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνέθλασας Verb: Aor Act Ind 2nd Sing
    • συνέθλασεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνθλάσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συνθλασθήσεται Verb: Fut Pass Ind 3rd Sing
συνθλιβῇ
συνθλίβοντα
συνθλίβου
top
συνθλίβω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • Active:
      • to compress, press together
      • to crowd
    • Middle:
      • to collide with (someone)
    • Passive:
      • to be pressed together
  • Cognates: ἀποθλίβω , ἐκθλίβω , παραθλίβω , προσθλίβω , θλίβω , συνθλίβω
  • Forms:
    • συνέθλιβον Verb: Imp Act Ind 3rd Plur
    • συνθλιβῇ Verb: Aor Act Subj 3rd Sing
    • συνθλίβοντα Verb: Pres Act Part Acc Sing Masc
    • συνθλίβου Verb: Pres Mid/Pass Imperative 2nd Sing
συνθραύεται
συνθραύω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to shatter, be broken to pieces
  • Cognates: θραύω , συνθραύω
  • Forms:
    • συνθραύεται Verb: Pres Mid/Pass Ind 3rd Sing
συνθρύπτοντες
συνθρύπτω
συνθώμεθα