συναλγέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning: to share in suffering, sympathize
  • Cognates: αλγέω, ἀπαλγέω
  • Forms:
    • συναλγήσει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
συναλγήσει
συναλιζόμενος
συναλίζω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to eat (salt) with
    • to bring together, assemble
  • Cognates: ἁλίζω
  • Forms:
    • συναλιζόμενος Verb: Pres Mid/Pass Deponent Part Nom Sing Masc
συναλίσκομαι
συνάλλαγμα
  • Parse: Noun: Nom/Acc Sing Neut
  • Meaning: a mutual agreement, covenant, contract
  • Cognates: ἄλλαγμα, ἀντάλλαγμα, συνάλλαγμα
  • Forms:
    • συναλλάγμασιν Noun: Dat Plur Neut
    • συναλλάγματι Noun: Dat Sing Neut
    • συναλλαγμάτων Noun: Gen Plur Neut
συναλλάγμασιν
συναλλάγματι
συναλλαγμάτων
συναλλάσσω
συναλοάω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to thresh out together
    • to grind to powder, crush, shiver
  • Cognates: ἀλοάω
  • Forms:
    • συνηλόησε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνηλόησεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing