συναπαγόμενοι
συναπάγω
συναπαχθέντες
συναπεθάνομεν
συναπέστειλα
συναπέστειλε
συναπέστειλεν
συναπήγαγε
συναπήγαγεν
συναπηχθη
συναποθανεῖν
συναποθανέτω
συναποθνήσκω
top
συναποκρυβῶσι
συναποκρύπτω
συναπολεῖται
συναπολέσῃ
συναπολέσῃς
συναπολέσθαι
συναπόλῃ
συναπολῇ
συναπόλησθε
συναπόλλυμι
συναπολύω
top
συναποστᾶσαι
συναποστελεῖς
συναποστέλλω
συναποστελῶ
σύναπτε
συνάπτειν
συνάπτοντες
συναπτούσης
συνάπτουσιν
συνάπτω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to connect, join together, unite
    • to tie or bind together
    • to meet, encounter, engage with
    • to border upon
    • to reach, extend to
    • to touch
    • to press closely on
    • to join (in battle), attack
    • to form (an alliance)
    • to come together
  • Cognates: ἀφάπτω, ἀνάπτω, ἅπτω, ἐφάπτω, ἐξάπτω, καθάπτω, περιάπτω, προσάπτω, ὑφάπτω
  • Forms:
    • σύναπτε Verb: Pres Act Imperative 2nd Sing
    • συνάπτειν Verb: Pres Act Infin
    • συνάπτοντες Verb: Pres Act Part Nom Plur Masc
    • συναπτούσης Verb: Pres Act Part Gen Sing Fem
    • συνάπτουσιν Verb: Pres Act Ind 3rd Plur
    • συνάψαι Verb: Aor Act Infin
    • συνάψει Verb: Fut Act Ind 3rd Sing
    • συνάψεις Verb: Fut Act Ind 2nd Sing
    • συνάψητε Verb: Aor Act Subj 2nd Plur
    • συνάψουσιν Verb: Fut Act Ind 3rd Plur
    • συνημμένος Verb: Perf Mid Part Nom Sing Masc
    • συνῆψα Verb: Aor Act Ind 1st Sing
    • συνῆψαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συνῆψε Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
    • συνῆψεν Verb: Aor Act Ind 3rd Sing
top
συναπώλετο