συναινέσαντες
συναινέσας
συναινέω
  • Parse: Verb: Pres Act Ind 1st Sing
  • Meaning:
    • to approve
    • to concede to, consent
    • to grant for
    • to agree with (someone)
    • to be in accord with
  • Cognates: αἰνέω, ἐπαινέω, παραινέω, ὑπερεπαινέω
  • Forms:
    • συνῄνεσαν Verb: Aor Act Ind 3rd Plur
    • συναινέσαντες Verb: Aor Act Part Nom Plur Masc
    • συναινέσας Verb: Aor Act Part Nom Sing Masc
συναίρει
συναίρειν
συναίρω
συναιχμάλωτος
συναιχμαλώτους