συνυπεκρίθησαν
συνυποκρίνομαι
συνυπουργέω
συνυπουργούντων
συνυφαίνω
συνυφᾶναι
συνυφάνθη
συνυφασμένην
συνυφή
  • Parse: Noun: Nom Sing Fem
  • Meaning:
    • web (something woven of the same stuff as the main piece)
    • something that holds separate parts together
  • Forms:
    • συνυφῆς Noun: Gen Sing Fem
συνυφῆς